Η ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΦΑΝΙΣΜΟΥ

Ο παρακάτω παράλογος παραλληλισμός και πλήρης θεολογικής ασυναρτησίας συμπερασματικός συνειρμός, στάθηκε απρόσμενη απαρχή μιας πλάνης η οποία κυοφορούσε μακροχρόνια υπερηφάνεια κρυφή και έτεκεν επωδύνως την δεινοτάτη αίρεση του “Επιφανισμού”.

«Άρα κατεποντίσθη εις τα πελάγη της αιρέσεως η αληθινή Εκκλησία του Χριστού, καίτοι Ούτος είπεν ότι “καὶ πύλαι Ἅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς” (Ματθ. 16:18); Μη γένοιτο, αδελφέ μου, να αποδεχθώμεν τοιαύτην βλασφημίαν» (Γέροντας Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος).

Άσχετοι σήμερα και απληροφόρητοι πολλοί, πιπιλίζουν ανεπιφύλακτα την πλάνη αυτή, διακυματίζοντας διάσπαρτα και αδιάκριτα την φτηνή δικαιολογία των “Δύο Άκρων”.

Απ’ άκρων γης μνημονεύεται το βοθρολυματικό όνομα του δεινοτέρου αιρεσιάρχου πατριάρχου και κάποιοι ακόμη κάθονται σα δράστες που φοράνε μπεμπιλίνο στ’ ανήμπορα παιδικά καθισματάκια φορώντας τη σαλιάρα του συμβιβασμού και με θεολογική πιπίλα μπαμπαλίζουν το “αγκού” της “μέσης βασιλικής οδού” που λέγεται συνύπαρξη “άχρι καιρού”.

Ο π. Επιφάνιος σε σκόπιμο μας οδηγεί συμπέρασμα και ρητορικώς ρωτά:

“Άρα λοιπόν βυθίστηκε η Εκκλησία παρ’ όλον που μας διαβεβαίωσε ο Χριστός πως ούτε ο Άδης δεν θα μπορέσει ποτέ να την υπερνικήσει;” Και ενώ εκλιπαρεί τους πιστούς: “μη γένοιτο, αδελφέ μου, να αποδεχθώμεν τοιαύτην βλασφημίαν”, περιπίπτει ο ίδιος σε βλασφημία φρικτότερη, βλάπτοντας την φήμη των Αγίων Πατέρων οι οποίοι φημίζονται για το φευγιό τους από αιρετικούς επισκόπους “ως όφεις και σκορπιούς!”

Ένας τόσο ατυχής συμπερασματικός συλλογισμός και αβάσιμος συσχετισμός, απορώ, πως γίνεται να απορρέει από έναν τέτοιου μεγέθους γέροντα; Απορώ, πράγματι, πως επέτρεψε στον εαυτό του να πέσει τόσο χαμηλά, μέχρι και “τις πύλες του Άδου….”

Ναι, βεβαίως και κατεποντίσθη εις τα πελάγη της αιρέσεως η εκκλησία αλλά ΟΧΙ η αληθινή Εκκλησία του Χριστού, μα η νέα πανθρησκειακή εκκλησία του Αθηναγόρα! Και όχι μόνο “στα πελάγη”, μα στον απέραντο και αδηφάγο ωκεανό! Και όχι μόνο “κατεποντίσθη” αλλά χτύπησε και πάτο με τέτοιο εκκωφαντικό κρότο που προξένησε στην επιφάνεια σεισμό κι ολόκληρο “τσουνάμι!”

Δεν είχε, φευ, την διάκριση ο γέροντας να διακρίνει πως άλλο η Διαχρονική Εκκλησία του Χριστού και άλλο η βλασφημίας και αιρέσεις γέμουσα δεσποτοκρατική “εκκλησία πονηρευομένων;” Άλλο πράγμα η Βουλή των Ελλήνων και άλλο η Κολυμβάριος “βουλή ασεβών, οδός αμαρτωλών και καθέδρα λοιμών”. Υπ’ όψιν ότι το “λοιμών” εδώ χρησιμοποιείται από τον Θεό ως μολυσμός και μάλιστα σε πληθυντικό (εξ’ ου και το “Λοιμωδών”) αναφερόμενος προφητικώς στην καταστροφική επιδημία και πανσπερμία των αιρέσεων!

ΠΩΣ επέτρεψε λοιπόν στον πεπερασμένο εαυτό του, ο π. Επιφάνιος να ξεστομίσει την νέα και επιφανή αίρεση του Επιφανισμού και “ως συγχέοντα τον Κανόνα της Εκκλησίας” να ταυτίσει την νέα εκκλησία (του αποδεδειγμένως πάντως Αρχιμασόνου) Αθηναγόρα με την Διαχρονική, Αποστολική Εκκλησία του Χριστού;

Δεν ήξερε ο π. Επιφάνιος ότι ο Αθηναγόρας, ως ένα μεμονωμένο και αυτομολημένο άτομο, με το να καταργεί το 1965 τα Θεοσύστατα Αναθέματα της Θεοπνεύστου Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου και με επίσημη πλέον Λειτουργική Πράξη να αίρει αντικανονικώς το Σχίσμα, επαναφέροντας και μνημονεύοντας ακαταπαύστως το παναιρετικό όνομα του Πάπα στα Ορθόδοξα Δίπτυχα επί της Αγίας Τραπέζης, επιτέλεσε υποστατή ΕΝΩΣΗ κανονική;

Δεν ήξερε ο γέροντας πως με αυτόν τον αυθύπαρκτα εωσφορικό τρόπο, ο Αθηναγόρας “εξεβλήθη της εκκλησίας και πέπτωκε της ιερωσύνης” (συμφώνως με τον Α’ και Β’ Κανόνα της Γ’ Οικουμενικής Συνόδου) ως αστραπή εκ του ουρανού πεπτωκώς και συνεπώς δημιούργησε δική του Νέα εκκλησία, η οποία, ναι μεν διατηρεί την δοικητική και δικαιοδοσιακή δομή και όλα τα υπόλοιπα εξωτερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της “εκκλησίας”, επί της ουσίας όμως έχει αντίθετη, εχθρική στάση, νέα σύσταση, νέα αντορθόδοξη γραμμή, νέα διαφορετική διδαχή και νέα παναιρετικά δόγματα;

Πως τον επέτρεψε η συνείδησή του να παραμένει ενωμένος μυστηριακώς με τον Αθηναγόρα (και κατ’ επέκτασιν με τον Πάπα) εφ’ όσον γνώριζε – και το γνώριζε πολύ καλά – πως η μνημόνευση του αρχιερέως δεν συνιστά παράκληση κι ευχή (όπως είχε ο ίδιος εντέχνως “σκαρφιστεί”), έστω κι αν εκδηλώνεται στην Ευκτική, αλλά στην ουσία κατά τους Αγίους Πατέρες αποτελεί “πίστεως αποδοχή και υποταγή προς το υπερέχον”;

Πώς δέχτηκε να εμπλακεί σε μιαν ανίερη κι ανέντιμη διαπλοκή, διαφθορά, διάψευση και καταπάτηση των Αγίων, Θεοφόρων Πατέρων διά μιας πωρωμένης διαστροφής της πραγματικής εννοίας του μνημοσύνου; Τί επεδίωκε να καλύψει και τί ήθελε να δικαιολογήσει;

Τί αποφαίνεται εμπαικτικώς και προπαγανδίζει υποκριτικώς πως “η εκκλησία δεν μοιράζει πιστοποιητικά ορθοπραξίας” τη στιγμή που ο ίδιος ο Θεοφώτιστος Συγγραφεύς της Θείας Λειτουργίας και Μέγιστος των Ερμηνευτών απάντων, ο Θείος Χρυσόστομος, αποφαίνεται και καταμαρτυρεί πως η μνημόνευση δεν ειν’ απλή “ευχή” (όπως το θέλετε, το επιδιώκετε και το επιθυμείτε όλοι σεις που σιγοντάρετε τον Οικουμενισμό, προκειμένου να καλύψετε την εωσφορική σας έπαρση και ενοχή της συμπορεύσεως και συνταυτίσεως με την παναίρεση) αλλά η μνημόνευση είναι κυρίως ένωση δογματική, αυτόματη, αμφίπλευρη κι αμφίδρομη αποδοχή είτε αληθούς Πίστεως, είτε αιρετικής;

Και ΠΩΣ όλοι οι μεγάλοι τότε και επιφανείς, σύγχρονοί του ιερείς, αρχιερείς και θεολόγοι δεν το αντιλήφθηκαν αυτό και προσποιούμενοι “τον κουτό” συνέχισαν να συμπορεύονται ανύποπτοι και κατά πάντα ένοχοι, τον Πάπα παρατεινόμενοι, “πλανώντες και πλανώμενοι” εις τον αιώνα;

ΠΩΣ δέχτηκαν να συμπλέουν, απελπιστικώς αμέριμνοι, σ’ αυτό το σπασμένο σαπιοκάραβο με τσακισμένη πλώρη και ολόκληρο βατικάνειο παγόβουνο να διασχίζει καταστρεπτικώς κι ολοσχερώς το δεσποτοκρατικό μηχανοστάσιο, με ολική βλάβη στο εκκλησιολογικό λεβητοστάσιο και φρακαρισμένο από τα βλάσφημα οικουμενιστικά καύσιμα αντλιοστάσιο με διάτρητες δεξαμενές που διαποτίζουν με αδρανείας δηλητήριο τα ενδότερα διαμερίσματα του εκλεκτού πληρώματος;

Πως μπόρεσε ο π. Επιφάνιος αυτός, ο πολύς και πολιός, ο πολυγραφότατος και στα πνευματικά σοφός, ο επιβραβευμένος εφευρέτης των “Δύο άκρων”, ο οποίος διακατείχε ασφαλώς την τρομερά σπάνια και τρομακτική πάντως δυνατότητα να επηρεάζει τους πάντες και τα πάντα, τις νοοτροπίες, αντιλήψεις και βιοθεωρίες των βαθύπλουτων χαρισματικών μορφών, επισκόπων, ηγουμένων και μοναχών, θεολόγων και συγγραφέων εκκλησιαστικών, πως μπόρεσε λέγω, να εφεύρει δική του νέα οδό, νέα μέθοδο και νέο τρόπο αντιμετωπίσεως των αιρετικών ποιμένων;

Αντί να επιλέξει την Θεόσδοτη, Θεάρεστη και Θεοδίδακτη Οδό της αμέσου Αγιοπατερικής απομακρύνσεως διά της αυτομάτου διακοπής μνημονεύσεως και αποτειχίσεως (της διακοπής εκκλησιαστικής κοινωνίας με όσους κοινωνούν με ακοινωνήτους), κάθεται και “αναβαπτίζει” τον Κανόνα ως “δυνητικό”, ανασκευάζει ως κριτήριο Αποτειχίσεως αυτοκατάκριτες καινοτομίες περί συνυπάρξεως με την αίρεση, εφεύρει δικές του θεωρίες του “άχρι καιρού” (την αίρεση του “Αχρικαιριτισμού”) και υλοποιεί την διπλωματική, δειλόσπορη αναμονή του “κοινού ποτηρίου” (intercommunion);

Εάν τα δίδασκαν αυτά οι Πατέρες,τότε ουδέν πρόβλημα, θα ήταν απολύτως δεδικαιωμένος “και εν τω νυν και εν τω μέλλοντι αιώνι”. Τώρα όμως ανακύπτει σοβαρότατο πρόβλημα υψίστης σωτηριολογικής σημασίας.

Δεν γνωρίζω με ποιόν τρόπο θα μπορέσει να δικαιολογηθεί στον αδέκαστο Κριτή για τις Αντιπατερικές και αντορθόδοξές του θεωρίες, οι οποίες (το φρικτότερο) είχαν και συνεχίζουν να έχουν καταστρεπτικές διαστάσεις σε μυριάδες ψυχές…

Αυτές οι θεωρίες ειν’ απολύτως ξένες, παράξενες και αποξενωμένες από την Πατερική Παράδοση. Οι Άγιοι Πατέρες δεν υπέκυπταν στων οσίων γερόντων το “Δι’ ευχών” ούτε ανέμεναν αχρικαιρίτικα σημεία των καιρών. Δεν συγκροτούσαν ληστρικές Κολυμβάριες συναγωγές και δεν μετέθεταν όρια τα οποία είχαν θέσει προηγούμενοι Άγιοι Πατέρες.

Οι Υπέρμαχοι Στρατηγοί είχαν ένα μόνο και μοναδικό κριτήριο σάλπισμα για Αποτείχιση και αυτό το κριτήριο δεν το έθεσαν μόνο εκατοντάδες Θεούμενοι και Θεοφόροι Άγιοι Πατέρες με προεξάρχοντα, εξέχοντα και εξαίρετο πρόεδρο τον Μέγα Φώτιο τον Ιερό, αλλά το έθεσε το κριτήριο αυτό, ο Ίδιος ο Θεός, το Άγιον Πνεύμα.

Το κριτήριο αυτό είναι:

Να κηρύσσει κανείς αίρεση κατεγνωσμένη δημοσίως, “γυμνή τη κεφαλή”, αναισχύντως, δίχως συστολή και ντροπή καμία.

Ντροπή δεν είναι η άγνοια ούτε η αδυναμία να προχωρήσει κανείς σε Αποτείχιση. Ντροπή και αίσχος είναι η δειλία και αθεοφοβία να αλλάζουμε τους Κανόνες και να θέτουμε δικές μας ερμηνείες και δικά μας νέα όρια και καινούργια κριτήρια τα οποία όλα καλύπτουν το δικό μας συμβιβασμό, την δική μας ενοχή, συνύπαρξη και συμπόρευση με την παναίρεση.

Βλασφημία είναι να κατηγορούμε τους Κανόνες, τους Αγίους Πατέρες και τον Ίδιο τον Θεό, ότι είναι υπαίτιοι σχίσματος και διά της ολοψύχου εφαρμογής των Κανόνων, θέτουν τους πιστούς “εκτός Εκκλησίας!”

Βλασφημία είναι να δημιουργούμε δική μας νέα γραμμή, νέα μέθοδο και νέο τρόπο αντιμετωπίσεως των αιρετικών ποιμένων, θέτοντας τον εαυτό μας υπεράνω των Πατέρων, σοφότερο των Πατέρων και γινόμενοι αιτία να πλανηθούν χιλιάδες πιστοί και να ακολουθούν την δική μας στάση και λόγω της αγάπης τους προς το πρόσωπό μας να επικαλούνται την δική μας άρνηση για Αποτείχιση “άχρι θανάτου”.

Τότε, δεν γνωρίζω τί θα μπορέσει να μας λυτρώσει από την οργή, κρίση και καταδίκη του Δικαιοκρίτου Θεού…

Πηγή: http://www.wallingoff.com/783

Leave a Reply