ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

Στο ιστολόγιο “Κατάνυξις” είχα αρχικώς αναγνώσει άρθρο του αγαπητού αδελφού Ιωάννου Μακαρούνη, με τίτλο: «Ο Άνθιμος αγιοκατατάσσει τον π. Νικόλαο Μανώλη!» (εδώ)

Παρ’ όλο που ασφαλώς κατάλαβα ότι ο σεβαστός αθρογράφος δεν διακατέχεται από τέτοιες τάσεις, επηρεασμένος όμως από την εν γένει υπεροπτική και λίαν εξυψωτική συμπεριφορά του Ιστολογίου “Κατάνυξις” και των “οπαδών” του π. Νικολάου και π. Θεοδώρου, εξέφρασα την ανησυχία μου και επέστησα την προσοχή μου περί αποφυγής τέτοιων ενδεχομένων τάσεων.

Ο Ιωάννης Μακαρούνης “το πήρε προσωπικά” και προχώρησε στην αντεπίθεση με ευγενικά μεν δικά του συμπεράσματα για «μεγάλο μου σκανδαλισμό» αλλά κάποτε και απρεπή, υποβιβαστικά και ανεύθυνα σχόλια εναντίον του π. Ευθυμίου Τρικαμηνά, με νέο τίτλο: “Ιωάννης Μακαρούνης, Οφειλόμενες διευκρινήσεις» (εδώ).

http://www.katanixis.gr/2018/02/blog-post_202.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FgssUJ+%28%CE%9A%CE%B1%CF%84%CE%AC%CE%BD%CF%85%CE%BE%CE%B9%CF%82%29

Επειδή η «Κατάνυξις» συνεχίζει να αρνείται τον δίκαιο διάλογο και απορρίπτει πεισματικά τα απολογητικά μου άρθρα, προχωρώ εδώ στην: Οφειλόμενη αποκατάσταση της αληθείας

 

ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΛΗΘΕΙΑΣ

 

Αγαπητέ μου αδελφέ Ιωάννη,

 

Έχεις παρεξηγήσει τελείως το όλο πνεύμα της ανταποκρίσεώς μου και μιλάς για δήθεν «αδικία». Λέγεις πως «αυτά που σου προσάπτω είναι το λιγότερο άδικα».

 

Επειδή οι αναγνώστες μας δεν είναι κουτοί, η φράση «το λιγότερο» αυθύπαρκτα υπονοεί κάτι πολύ χειρότερα από «άδικα» (όπως κακοήθη, συκοφαντικά και δεν ξέρω γω τί άλλο) και με υπονοούμενα δεν πρέπει να μιλούμε. Είναι απλώς άδικα, ή κάτι ακόμη χειρότερο;

 

Εφ΄ όσον όμως τόσο πολύ θέλεις να διατείνεσαι για την «αδικία», θέλω ευθέως να σε ρωτήσω κάτι και απάντησέ μου ειλικρινά και ταπεινά, κάνοντάς τον σταυρό σου:

 

– Δεν νομίζεις πως είναι άδικο, εσύ να γράφεις το πρώτο άρθρο και συ πάλι να απαντάς σε εύλογες επισημάνσεις μου επί του πρώτου σου άρθρου, χωρίς να αναρτεί «η Κατάνυξις», με κάθε αίσθημα δικαίου επί ίσοις όροις, την πολύ κρίσιμη ανταπόκρισή μου; Γιάννης γράφει, Γιάννης απαντάει. «Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει…»

 

Πως λοιπόν περιμένετε οι αναγνώστες να λάβουν ολοκληρωμένη εικόνα και δίκαιη θέση επί των θέσεών σας όταν αρνείστε επί τούτου να δημοσιεύσετε μία καλόπιστη διόρθωση επί ίσοις όροις και μάλιστα κατόπιν εντόνου εν Χριστώ παρακλήσεως μου;

 

Συγκεκριμένως, είχα γράψει ειδική παράκληση κάτω από το άρθρο σου:

 

«Σας παρακαλώ εν ονόματι της Αγάπης του Χριστού, της δικαιοσύνης και της Αληθείας Αυτού, να αναρτίσετε επίσ ίσοις όροις την ακόλουθη ανταπόκρισή μου…»

 

Αυτό η «Κατάνυξις» δεν το σεβάστηκε, παρ΄ όλον που επικαλέστηκα την αγάπη του Χριστού μας, την δικαιοσύνη Αυτού και την Αλήθειά Του; Τόσο πολυ τα εκτιμούν αυτά; Τόσο σέβονται τον εν Χριστώ συναποτειχισθέντα αδελφό τους; Είναι λυπηρό να φέρονται έτσι τα αδέλφια του Χριστού για κάποιον που καλόπιστα διαφωνεί μαζί τους και από την άλλη να ακούμε έναν μεγάλο άπιστο και άθεο να αναφωνεί: «Μπορεί να διαφωνώ με αυτό που λες, μπορεί να σιχαίνομαι αυτό που πρεσβεύεις αλλά θα έδινα και την ζωή μου ακόμη για να έχεις το δικαίωμα να εκφράζεις ελεύθερα αυτό που πιστεύεις!» (αποδόθηκε εσφαλμένα στον Βολταίρο).

 

Τί φοβάται η «Κατάνυξις; Τόσο πολύ φοβούνται μήπως κάπου αποδειχθεί λάθος το «ίνδαλμά» τους, ο π. Νικόλαος; Και ποιός τους είπε ότι είναι αλάθητος; Και ποιός το λέει ότι η καλοπροαίρετες διορθώσεις δεν δυναμώνουν τον σύνδεσμό μας, την επικοινωνία μας και την ομοψυχία μας;

 

Μόνον η αισχρή κακοήθεια παρεξηγεί και απορρίπτει τον καλόπιστο έλεγχο διότι ο καλπάζων εγωϊσμός και η υποβόσκουσα υπερηφάνεια δεν επιτρέπουν την δημόσια διόρθωση. Αυτός που θέλει να μένει ασφαλής στον χώρο της ταπεινώσεως, επαναλαμβάνει συνεχώς: «Εάν κάπου θεωρείτε πως κάνω λάθος, σας παρακαλώ διορθώστε με!»

 

 

– Μα, θα μου πεις, «δεν είμαι εγώ ένας από τους Ιστολόγους, δεν φέρω ευθύνη για τον απαξιωτικό τους τρόπο που σε απορρίπτουν.» Ναι, αλλά θα μπορούσες και εσύ να τους παρακαλέσεις να μην μεροληπτούν και να μην λογοκρίνουν άδικα. Την κατηγορία της αδικίας να την απευθύνεις και σε αυτούς λοιπόν, όχι μόνο σε μένα.

 

Και επειδή πιστεύω πως δέχεσαι την καλοπροαίρετη κριτική και όχι να «καθαρίζεις» έτσι άνετα με προσωπικές ομολογίες πίστεως «με τον τρόπο σου», θα προχωρήσω σε αυτήν την αποκατάσταση της αληθείας διότι, δυστυχώς Ιωάννη μου, δεν είναι αλήθεια όσα μου καταλογίζεις. Εάν τώρα είναι συνειδητά ψεύδη ή ακούσια λαθεμένα συμπεράσματα στα οποία προσέτρεξες αυθορμήτως, δεν το γνωρίζω αυτό, «ο Θεός κι η ψυχή σου…» Σε συγχωρώ.

 

Γράφεις:

 

«Δεν περίμενα ότι η όντως παράλειψις εκ μέρους μου των εισαγωγικών, θα σκανδαλίσει κάποιον τόσο πολύ.»

 

Αυτό δεν είναι καθόλου αλήθεια και απορώ πως το λες εσύ αυτό μετά πάσης βεβαιότητος και το επαναλαμβάνεις μάλιστα δύο-τρεις φορές, υπογραμμίζοντας (για κάποιον περίεργο λόγο) τον υποτιθέμενο «σκανδαλισμό» μου.

 

Δεν κατηγορώ εσένα με το παρακάτω παράδειγμα που θα πω, αλλά θέλω γενικώς να επισημάνω πως υπάρχουν και κάποιοι ρηχοί και επιφανειακοί άνθρωποι, οι οποίοι κρίνουν συστηματικά με εγωϊστικά και υπερήφανα κριτήρια, συνήθως προτρέχουν στην εύκολη ρετσινιά «α, τον καϋμένο, σκανδαλίστηκε ο ταλαίπωρος, έχει ψυχικό κλονισμό και σκανδαλίζεται εύκολα βλέπεις…»

 

Δεν λέγω ότι έτσι είπες και εσύ για σένα, απλώς εντοπίζω και μία εσφαλμένη αυτόματη απόδοση σκανδαλισμού, όταν αυτός στην ουσία και εκ των πραγμάτων δεν συντρέχει.

 

Το κακό δεν στην ανθρώπινη παράλειψη των «εισαγωγικών» ούτε κόλλησα εκεί. «Εγώ να δεις» χοντρά λάθη που΄ χω κάνει, γραμματικά, ορθογραφικά και συντακτικά. Τέλειος ουδείς. Δεν είναι καθόλου θέμα σκανδαλισμού και ειλικρινά το ομολογώ, δεν σκανδαλίστηκα καθόλου.

 

Πίστεψέ με, Ιωάννη, καμία σχέση. «Ο σκαδαλιζόμενος, σκανδαλιζέσθω έτι!» Μερικοί «το΄ χουν στο μεδούλι τους» να σκανδαλίζονται συστηματικώς, να ηδονίζονται ψυχοπαθολογικώς και να τέρπονται επί τω αενάω σκανδαλισμώ τους. Εγώ δεν είμαι «τοιούτος» και δεν υπάρχει στην ψυχή μου ίχνος σκανδαλισμού.

 

Δεν θέλω να πω πως ο σκανδαλισμός γενικώς είναι κακό πράγμα, όμως άλλο πράγμα ο σκανδαλισμός και άλλο ο καλοπροαίρετος έλεγχος, η αδελφική διόρθωση και η ταπεινή επισήμανση. Πίστευω να μπορούσες εύκολα, σύμφωνα με το γενικό επίπεδο του άρθρου σου, να ξεκαθάριζες αυτά τα δύο. Έχει καλώς. Αλλά αν κοιτάξεις την αρχή της προτροπής μου θα δεις εκεί ότι εκφράζω παράκληση για αποφυγή: «θέλω να σε παρακαλέσω ταπεινά να προσέχουμε πολύ και να αποφεύγουμε…»

 

Και αντί να δεχτείς αυτή μου την όντως καλοπροαίρετη παράκληση, απαιτείς επανηλειμμένως να σου ζητήσω και συγγνώμη και το υπογραμμίζεις 3 – 4 φορές να ανασκευάσω. Γράφεις:

 

  1. να διορθώσεις τους άδικους χαρακτηρισμούςότι ήταν «υπερβολικό, υπεροπτικό και υπερυψωτικό» το άρθρο μου
  2. Ελπίζω όμως και εσύ τώρα να αναγνωρίσειςότι με έκρινες πολύ άδικα, και να ανασκευάσεις.
  3. Καλό θα ήταν, στο πνεύμα της εν Χριστώ αληθείας και αδελφοσύνης…….να ανασκεύαζες και εσύ όσα αδίκως μου προσάπτεις.

 

ΧΩΡΙΣ να χρειαστεί να μου το ζητήσεις τόσο έντονα και επιτακτικά, γνώριζε αγαπητέ εν Χριστώ αδελφέ μου Ιωάννη, πως δόξα τω Θεώ διασθάνομαι διά παντός την μηδαμινότητά μου και τιτάνια αμαρτωλότητα, εξ΄ αιτίας της οποίας ενδέχεται να στεναχωρήσω ή να πικράνω τον αδελφό μου. Έχεις εκ των προτέρων μου και εκ των υστέρων σου, την ειλικρινή μου συγγνώμη.

 

Δεν θα πω δικά μου λόγια, φίλτατε Ιωάννη. Δικά σου λόγια θα πω, και ελπίζω να τα πιστεύεις με την ίδια ακριβώς εμπιστοσύνη και ειλικρίνεια με την οποία τα αποδέχομαι και εγώ.

 

Γράφεις προς το τέλος: – «Είμαι βέβαιος ότι δεν το έκανες από εμπάθεια ή άλλο λόγο, παρά από ευσεβή ζήλο και εύλογη αγωνία, και αυτό σου το αναγνωρίζω και σε τιμά, και σου είμαι ευγνώμων.»

 

Όντως έτσι είναι. Να εισαι βέβαιος, μετά πάσης εν Χριστώ βεβαιότητος, δεν έχω καμία εμπάθεια. Σημασία έχει η ειλικρινής μου εξω-ομολόγηση και όχι το τί διαφορετικό διαφαίνεται, τί λανθασμένα εκφράζεται και πως το ερμηνεύουν οι άλλοι.

 

Οι χαρακτηρισμοί μου «υπερβολικό, υπεροπτικό και υπερυψωτικό» ήταν γνώμη μου απλή και ελεύθερη, αδέσμευτη από κάθε εμπάθεια ή κακοήθεια.

 

Όπως ο ίδιος γνωρίζεις, «η έντονη και αυθόρμητη εκδήλωση της αγάπης και του ενθουσιασμού, συχνά εμπεριέχει και το άδολο στοιχείο της υπερβολής, το οποίον όμως θέλει επαγρύπνιση και προσοχή ώστε με την νηπτική επιφυλακή των αισθήσεων να μην φθάνουμε, από την φιλοφρόνηση σε υπερβάσεις ή ενδεχόμενες τάσεις εξιδανικεύσεως, προσωποληψίας, μεροληψίας η κολακείας αδελφού.» (Μοναχός Μάξιμος Σταυροβουνιώτης).

 

Το ότι το θεώρησα «υπερβολικό» δεν είναι και τόσο μεγάλο κακό, ούτε θα σε «κρεμάσουμε» κιόλας. Έχω ο ίδιος πέσει πολλές φορές σε διάφορες υπερβολές, διότι είμαι αρκετά ενθουσιώδης χαρακτήρας. Απλά εξέφρασα την γνώμη μου, δεν σε έριξα στα πυρά του πυρίνου ποταμού…

 

Τους συνώνυμους όρους «υπεροπτικό και υπερυψωτικό» τους χρησιμοποίησα επηρασμένος από την γενική στάση της «Κατανύξεως» να υπερωψύνει έως τά άστρα του ουρανού τον π. Νικόλαο και απλώς επιςήμανα την δική σου υπέρ-θετική όψη, την δική σου ανεβασμένη σκοπιά, να βλέπεις μόνο τον π. Νικόλαο δεδιωγμένο και άξιο στεφάνων, αλλά το καλό είναι ότι προσέθεσες εντός παρενθέσεως και το (εξ΄ όσων γνωρίζω)…

 

Τα λόγια σου ήταν: «επειδή αυτός αξιώθηκε στην παρούσα φάση να παραπεμφθεί προς καθαίρεσιν. Όλοι οι υπόλοιποι εν Ελλάδι αποτειχισμένοι, είναι μεν δεδιωγμένοι, είναι αδικημένοι, είναι εξ ίσου μάρτυρες και ομολογητές, αλλά δεν έχουν ακόμη παραπεμφθεί προς καθαίρεσιν ή αφορισμό.»

 

Επίσης γράφεις με κάποιο ύφος κηρυκτικό διότι προσθέτεις και το «αμήν»:

 

Όταν έλθει (πολύ σύντομα) η ώρα να μας αφορίσουν και εμάς αδελφέ μου Νικόλαε Πανταζή, και κληθούμε είτε να προδώσουμε τον Χριστό, είτε να αφοριστούμε και να μαρτυρήσουμε, τότε να μου πεις τι περνά τόσον καιρό ο ήρωας και ομολογητής π. Νικόλαος Μανώλης, ο ήρωας και ομολογητής Νικόλαος Σωτηρόπουλος, αλλά και όλοι οι ορθώς αποτειχισμένοι.»

 

«Όταν έλθει η ώρα να μας αφορίσουν…» Δεν είναι εκεί το θέμα, αδελφέ μου Ιωάννη, και κακώς εξιδανικεύεις και ηρωοποιείς τον παθητικό αφορισμό. Σημασία έχει ο ενεργητικός αφορισμός, δηλαδή ο αυτοαφορισμός μας με δική μας ενέργεια και όχι δική τους ψευτοσυνοδική πράξη.

 

Ο Χριστός μας έδωσε εντολή: «διό εξέλθετε εκ μέσου αυτών και αφορίσθητε» (παθητικόν του ρήματος «αφορίζομαι»). Εμείς οι ίδιοι πρέπει να αυτοαφοριζόμαστε με το να εξερχόμαστε από ανάμεσά τους διά της Ιεράς και Αγιοπατερικής Αποτειχίσεως! (Συγγνώμη για την κουτή ερώτηση: αλλά εσύ ο ίδιος, είσαι αποτειχισμένος;;)

 

Όταν λοιπόν όπως λες, «έλθει η ώρα να μας αφορίσουν…» αυτό δεν θα με συγκινήσει καθόλου, διότι ο ίδιος πρωτίστως αφορίστηκα από αυτούς τους ψευδεπισκόπους και λυκοποιμένες και συνεπώς αυτοί δεν έχουν καμία πλέον νομική ή πνευματική δικαιοδοσία επί της ψυχής μου και της σωτηρίας μου διότι δεν τους ανήκω!

 

Δυστυχώς, οι περισσότεροι από μας δεν έχουμε καταλάβει την κυρίαρχη Νομοκανονική έννοια της Αποτειχίσεως και μένουμε μόνο στην πνευματική της σημασία. Για παράδειγμα, η αυτοκυριαρχία ενός λαού, ας πούμε των Ελλήνων, δεν μπορεί και δεν πρέπει ποτέ να περιορίζεται ή να υποδουλώνεται από πολιτικούς, κυβερνητικούς ή «πλανηταρχικούς» παράγοντες οι οποίοι ψηφίζουν «νόμους» αντίθεους και αντίχριστους. Ο Θείος Νόμος είναι ασυκγρίτως ανώτερος από κάθε άλλο πολιτειακό ή άγραφο «νόμο». «Πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις.»

 

Ο οποιοσδήποτε εκκλησιαστικός, πολιτικός, αστυνομικός, κυβερνητικός παράγοντας, εγχώριος ή «εισαγωγής εκ του εξωτερικού», έχει μια κάποια πολύ σχετική και περιορισμένη δικαιοδοσία και ισχύ επάνω μας, και αυτό μόνον εάν εμείς παραχωρήσουμε σε αυτούς οικειοθελώς αυτή την κυριαρχία.

 

Έτσι και ο Ορθόδοξος πιστός, μόνος του οικειοθελώς επιτρέπει διά της κοινωνίας του και της Νομοκανονικής (διά της ισχύος του Νόμου των Ιερών Κανόνων) αναγνωρίσεώς του ως αληθινούς, τους εκκλησιαστικούς του ηγέτες να έχουν πάλι περιορισμένη μορφή εξουσίας επάνω του διά της δικής του εκούσιας υποταγής στην μητροπολιτική, ενοριακή δικαιοδοσία, με βάση πάντοτε την Αληθινή Πίστη και όχι το πρόσωπο «δεσπότης» = τύρρανος και δυνάστης.

 

Όταν κάνουμε αποτείχιση, δεν ανήκουμε πλέον σε αυτούς και δεν έχουν αυτοί καμία μα καμία νομική ισχύ ή εξουσία επάνω μας. Δεν μπορούν να μας δικάσουν ούτε να μας τιμωρήσουν, ούτε να μας αφορίσουν. Εάν το κάνουν, είναι αυθύπαρκτα άκυρο και ανυπόστατο!

 

Αφορισμός και αναθεματισμός κυριότατα σημαίνει χωρισμός. Δεν μπορεί ο κάθε αιρετικός ψευδεπίσκοπος να με χωρίσει εμένα από την δικαιοδοσία του, από την στιγμή που εγώ ο ίδιος χωρίστηκα πρωτογενώς από αυτόν και δεν έχω πλέον καμία πνευματική υιική σχέση με αυτόν, ούτε ανήκω στην Νομοκανονική του Μητροπολιτική του περιφέρεια.

 

Χωρίστηκα οριστικώς από αυτόν τον ψευδεπίσκοπο διότι αυτός πρώτος χωρίστηκε από τον Θεό όχι μόνο διά της αιρέσεώς του, (προσέξτε και προσέξτε καλά, π. Νικόλαε και π. Θεόδωρε) αλλά και διά της συγκοινωνίας του με αιρετικούς πατριάρχες και ιεράρχες, για τους οποίους λέγει ο Απόστολος Παύλος είναι «αδύνατον ανακαινίσαι εις μετάνοιαν!» Φρικτός ο λόγος.

 

Η θεωρία των «συγκοινωνούντων δοχείων» είναι Αγιογραφική και Αγιοπατερική και πολύ κακώς μάλλον βλασφήμως μερικοί την ονομάζουν «αιρετική». Την τύφλα τους την μαύρη!

 

Αυτή η ενσωμάτωση στηρίζεται στην Καινή Διαθήκη. Ο Απόστολος Παύλος, στο 10ο Κεφάλαιο της Α΄ Προς Κορινθίους Επιστολής, στο Χωρίο 17, αναφέρεται σαφέστατα στην ενσωμάτωση των πιστών:

 

«ὅτι εἷς ἄρτος, ἓν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν· οἱ γὰρ πάντες ἐκ τοῦ ἑνὸς ἄρτου μετέχομεν.»

 

Ενώ ο Άρτος (το Σώμα και το Αίμα Χριστού) είναι ένας, όπως ο Κύριος είναι Ένας, έτσι και εμείς οι πολλοί, γινόμαστε ένα σώμα (το Σώμα του Χριστού) διά της συμμετοχής στο Μυστήριο. Όταν συμμετέχουμε στην Θεία Λειτουργία και λαμβάνουμε την Θεία Κοινωνία, όλοι μαζί κλήρος και λαός, γινόμαστε οι πολλοί ένα σώμα.

 

Το ίδιο ακριβώς και με την Μνημόνευση όπως και την Θεία Κοινωνία, οι πιστοί γίνονται ένα Σώμα με τον Κύριο, γίνονται “συγκοινωνούντα δοχεία”. Αυτή η συγκοινωνία λέγεται ενσωμάτωση, ένα σώμα. Αυτά τα δύο συγκοινωνούντα δοχεία γεμίζουν αμέσως από το ίδιο περιεχόμενο πίστεως, είτε αυτή η πίστη είναι ορθόδοξη, είτε είναι αιρετική!

 

Είμαστε όλοι κατά την Καινή Διαθήκη “σκεύη” ιερά, δοχεία του Παναγίου Πνεύματος και μοιραζόμαστε την ίδια πίστη, έχουμε κοινωνία πίστεως και αγάπης.

 

Η Μνημόνευση είναι ο “σωλήνας”, είναι το μέσον το οποίον ενώνει όλα τα μέλη μεταξύ τους διά της κοινής πίστεως και της κοινής λατρείας. Ο βίος αυτού του σωλήνος, είτε ηθικός, είτε ανήθικος, δεν επηρεάζει τα μυστήρια. Το «πιστεύω» του όμως και η αποδοχή και διδασκαλία μίας η ;πολλών αιρέσεων τα επηρεάζει και μάλιστα τα μολύνει, σύμφωνα με τους Αγίους Πατέρες. Μολύνει την ψυχή μας, την καρδιά μας και την συνείδησή μας. Μολύνει την διακοινωνία μας, όπως ακριβώς ένας θανατηφόρος ιός, έστω και εάν τα ιατρικά εργαλεία και εγχειριτικά σκεύη είναι καθαρά και «απολυμασμένα.» Μας το δηλώνουν οι Άγιοι Πατέρες: «στους αιρετικούς είναι μολυσμένα τα πάντα!»

 

Ορθή Δόξα σημαίνει Ορθή Λατρεία και Πίστη Αληθινή. Όχι βλασφημία, αίρεση και πλάνη μαζί, όλα σ΄ ένα «καζάνι» το οποίο βράζει και μεις πιάνουμε την φωτιά του, πιστεύοντας πως δεν θα καούμε αλλά θα αγιαστούμε και θα λυτρωθούμε.

 

Η Ορθοδοξία δεν συνυπάρχει με την αίρεση. Το Άγιο Πνεύμα είναι αποκλειστικώς το Πνεύμα της Αληθείας και ουδέποτε το πνεύμα του ψεύδους και του οικουμενιστικού σκότους. Η Αληθινή μας Λατρεία είναι συλλογική και συγκοινωνιακή, «έστω και εν δύο ή τρισίν οριζομένη», έστω και εντοπισμένη στο «μικρό ποίμνιο»…

 

Αυτό το μικρό ποίμνιο δεν συμπεριλαμβάνει αναγκαστικά και ιεράρχη ή ακόμη και πατριάρχη. Σίγουρα δεν προσδιορίζεται σε αιρεσιάρχη. Εάν υπάρξει ανάμεσά μας ιερέας ή επίσκοπος, θα πρέπει πρωτίστως αυτός να ΜΗΝ Μνημονεύει αιρετικό, έστω και μη καταδικασμένο. Αυτή είναι η μόνη σίγουρη Οδός της Ακριβείας, η οποία παρέχει την αιώνια Ζωή. Αυτό είναι το Αθάνατο, Κρυστάλλινο Νερό της Αγίας μας Ορθοδοξίας.

 

«Η οικονομία είναι παρανομία». Αυτό διδάσκουν οι Άγιοι Πατέρες.

 

Για την συγκοινωνία μιλάει και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο οποίος, μην το ξεχνούμε αυτό, είναι και ο συγραφέας της Θείας Λειτουργίας:

 

«Άνωθεν γαρ η του Θεού Ορθόδοξος Εκκλησία την επί των αδύτων Αναφοράν του ονόματος του Αρχιερέως, συγκοινωνίαν τελείαν εδέξατο τούτο. Γέγραπται γαρ εν τη εξηγήσει της Θείας Λειτουργίας, ότι αναφέρει ο Ιερουργών το του Αρχιερέως όνομα, δεικνύων και την προς το υπερέχον υποταγήν, και ότι κοινωνός εστίν αυτού, και πίστεως και των Θείων Μυστηρίων Διάδοχος!”

 

Κι έρχεται 2000 χρόνια μετά, ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος και πεισματικά, αθεόφοβα διαφωνεί. Όχι Άγιε μου Ιωάννη, διαφωνώ, δεν είναι η Μνημόνευση «συγκοινωνίαν τελείαν», δεν δεικνύω «την προς τον υπερέχοντα επίσκοπο την υποταγή μου»,  ούτε «κοινωνός ειμί αυτού.». Δεν πα να λες εσύ ότι θες, ΕΓΩ θα περιμένω «Άχρι καιρού». Και ήλθε ο «δικός του καιρός» και απήλθε. Και η Παναίρεση του Οικουμενισμού θριαμβεύει και θεριεύει και ανοίγει διάπλατα τις πόρτες στον ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ.

 

Και μεις πιανόμαστε πανικόβλητοι και σφιχτά  από αυτές τις δεσποτοκρατικές, οικουμενιστικές πόρτες και αντί να προσέχουμε εν σοφία τας Πύλας, περιμένουμε τον κάθε ψευδεπίσκοπο και λυκοποιμένα Άνθιμο από τας Πύλας, να βγει να μας αγιάσει με «έγκυρα μυστήρια!»

 

Αυτά όλα τα ανέφερα, αδελφέ μου, διότι έγραψες κάτι πάλι αναληθές:

 

«τότε να μου πεις τι περνά τόσον καιρό ο ήρωας και ομολογητής π. Νικόλαος Μανώλης, ο ήρωας και ομολογητής Νικόλαος Σωτηρόπουλος, αλλά και όλοι οι ορθώς αποτειχισμένοι.»

 

Πρώτον, ο Νικόλαος Σωτηρόπουλος δεν ήταν αποτειχισμένος. Ο τρόπος που το γράφεις και τον συμπεριλαμβάνεις: «ο Νικόλαος Σωτηρόπουλος, αλλά και όλοι οι ορθώς αποτειχισμένοι…» Όχι μόνο δεν ήταν αποτειχισμένος αλλά τουνατίον προσπάθησα ως έσχατος (διότι προσπάθησαν και άλλοι πολύ ανώτεροι από μένα τον μηδαμινό) ως έσχατος και ανάξιος όντως μαθητής του, προσπάθησα μέχρι τελευταίας του αναπνοής να τον κάνω να δει προσωπικώς, κατ΄ ιδίαν αλλά και δημοσίως (διότι λάμβανε δημοσίως αρνητική θέση για την Αποτείχιση λαϊκών) τον παρακαλούσα και εκλιπαρούσα πως πρέπει ο ίδιος να αποτειχιστεί από αυτούς τους «μεγαλύτερους αντίχριστους και χειρότερους αιρετικούς όλων των αιώνων, χειρότερους κι από τον Άρειο» (δικά του λόγια, αληθινά μα…. αυτοκαταδικαστικά.

 

Τον ικέτευα αλλά και τον ήλεγξα (διότι ουδείς εξαιρείται του Αγιογραφικού ελέγχου) όπως όφειλε για Στερνή Ομολογία Κληρονομία τοις πάσι, να αποτειχιστεί από αυτούς τους μεγίστους αιρετικούς οι οποίοι τον αφόρισαν και όχι να κάθεται και να γράφει επιστολή «συγγνώμης» στον αιρεσιάρχη Βαρθολομαίο παρακαλώντας τον να άρει τον αφορισμό ώστε να του παρέχει θέσεις-δεσποτικά να συνεχίζει να κηρύττει. Κανένας Άγιος Πατέρας δεν ενήργησε έτσι… 

 

Όχι μόνο δεν ήταν αποτειχισμένος αλλά και τουναντίον έγραψε άρθρο πολύ εμπαθές, καταδικαστικό και κολαστικό για αποτειχισμένους ότι «κάποιοι ζωηροί τύποι κάνουν θανάσιμο αμάρτημα» με το να ανρούνται να παραμένουν σε κοινωνία με τον Βαρθολομαίο!

 

Όχι μόνο δεν ήταν «ορθώς αποτειχισμένος» αλλά ούτε καν αποτειχισμένος. Όχι μόνο δεν ήταν αποτειχισμένος αλλά και κηδεύτηκε σε Μοναστήρι της περιφερείας των οικουμενιστών του Βαρθολομαίου από ιερείς των οποίων η «Ιερά Σύνοδος» ανεγνώρισε τις αιρέσεις απωλείας ως Εκκλησίες  του Χριστού (και με παρουσία 4 επισκόπων) οι οποίοι παραμένουν πεισματικά συγκοινωνούντα δοχεία με τον Βαρθολομαίο, του στέλνουν μάλιστα και δώρα λαμπρά, προσωπογραφία-αγιογραφία «μπούστο» για να΄ χει γούστο η συγκοινωνία!

 

Όποιος τολμήσει να μου πει εμπαθέστατα ότι τάχα «ασεβώ στην μνήμη του διδασκάλου μου», αυτός «θα τ΄ ακούσει πολύ χοντρά» και μάλιστα «εξ΄ αμάξης!» Δεν επιτρέπω σε κανέναν ανήθικα χτυπήματα κάτω από την μέση και εάν ψεύδομαι παρακαλώ και προκαλώ τον οποιονδήποτε να με διορθώσει και να μου υποδείξει το λάθος ή το ψεύδος με επιχειρήματα και «γλυψίματα» και προσωπολατρείες.

 

Σας προλαμβάνω, εσάς τους κακοήθεις και κακόμοιρους ανωνύμους σχολιαστές, ΔΕΝ κολάζω τον Νικόλαο Σωτηρόπουλο με όλα αυτά που λέγω! Δεν είμαι γω Θεός! Απλά μεταφέρω θλιβερές, δεινές, σκληρές και ωμές πραγματικότητες, όπως τις έζησα. Αυτός έκανε μεγάλο έργο και ο Θεός θα το λογαριάσει. ΕΜΕΙΣ τί κάναμε και ποντάρουμε στην προσωπολατρεία μας;

 

Γράφεις επίσης, αδελφέ μου Ιωάννη, πάλι κολλημένος με τον υποτιθέμενο «σκανδαλισμό» μου:

 

«Και να διευκρινίσω και ένα ακόμη σημείο σκανδαλισμού ίσως. Ο λόγος για τον οποίον το εν λόγω άρθρο μου επικεντρώνεται στον π. Νικόλαο Μανώλη, δεν είναι λόγω κάποιας προσωπολατρείας, αλλά επειδή αυτός αξιώθηκε στην παρούσα φάση να παραπεμφθεί προς καθαίρεσιν. Μεθαύριο μπορεί να αξιωθείς εσύ αδελφέ μου να μαρτυρήσεις με έναν αφορισμό. Με την ίδια αγάπη θα φωνάξω και για εσένα.»

 

«Να μαρτυρήσω με έναν (κουρελο)αφορισμό;» Δεν είναι μαρτύριο αυτό, ούτε καν και τίποτα «σπουδαίο». Μαρτύριο δεν είναι να μας αφορίσουν οι εχθροί του Θεού αλλά ΕΜΕΙΣ να τους αφορίσουμε, να τους αναθεματίσουμε όχι μόνο με λόγια αλλά με πράξεις! Και όχι από την μια να τους αναθεματίζουμε και από την άλλη να τους παρακαλούμε και να τους ικετεύουμε να μας αγιάσουν και να μας σώσουν!

 

ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ να δηλώνω για τον Βαρθολομαίο ότι «είναι ο μεγαλύτερος αιρετικός όλων των αιώνων» (και βεβαίως, όντως είναι) αλλά από την άλλη να τον ικετεύω «Βλάσφημε και Παναιρετικέ μου «άγιε» σώστη, σώσε με, με τα μυστήριά σου!» απλά και μόνο με την πρόχειρη, ανεύθυνη και ΑΝΤΙΠατερική λογική ότι δεν καταδικάστηκε συνοδικώς ακόμη…

 

Αυτό δεν ευσταθεί, δεν είναι ορθό και Ορθόδοξο και αυτό το έχουμε πολλές φορές αποδείξει Αγιοπατερικώς με πάρα πολλά άρθρα! Αλλά και σύ Ο ΙΔΙΟΣ το αποδεικνύεις άθελά σου, Ιωάννη, με την δήλωσή σου αυτή:

 

«Δήλωσα εν ολίγοις ότι και ο π. Νικόλαος Μανώλης, όπως και οι υπόλοιποι αποτειχισμένοι, όπως και ο Νικόλαος Σωτηρόπουλος, όπως και όλοι οι αποτειχισμένοι Ομολογητές της Εκκλησίας μας, αυτοί αποτελούν την Εκκλησία και τους αναγνωρίζω το δίκαιο της Πίστεως, εν αντιθέσει με τον εκτός Εκκλησίας (Πίστεως) και σχισματικό (κατά τον ΙΕ΄ Ιερό Κανόνα) Μητ. Άνθιμο.»

 

Αποκαλείς εσύ ο ίδιος (και πολύ δικαίως μάλιστα) τον ψευδεπίσκοπο (όρος Θεόπνευστος και Αγιοπνευματικός, εκ των Αγίων Πατέρων της Αγίας Αποστολικής Πρωτοδευτέρας Συνόδου και όχι δικός μου) τον ψευδεπίσκοπο λέγω και λυκοποιμένα Άνθιμο «ΕΚΤΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ!»

 

Ορθότατο! Μα ΠΩΣ όμως είναι «ΕΚΤΟΣ Εκκλησίας» εφ΄ όσον δεν τον έχει θέσει «κάποια σύνοδος» εκτός παρά μόνον εμείς;  Και ΟΜΩΣ, τον έχουν θέσει «εκτός» πολλές Σύνοδοι και μάλιστα ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΕΣ. Και δεν θα κάθεται ο Θεός να ασχολείται πάλι με εμάς κάθε φορά που, του έρχεται η ιδέα και του «βαράει κατακούτελο» κάποιου οικουμενιστή να συγκοινωνεί με τον Αρχιβλάσφημο Βαρθολομαίο, να ξανακατέβει ο Θεός και να επανασυγκροτήσει Οικουμενική Σύνοδο για χάρι μας!

 

«ΠΑΣΙ τοις αιρετικοίς ΑΝΑΘΕΜΑ!» (και αυτό από Οικουμενική Σύνοδο). «Η ΑΙΡΕΣΙΣ ΧΩΡΙΖΕΙ ΠΑΝΤΑ ΑΝΘΡΩΠΟΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ!» (και αυτό από Οικουμενική Σύνοδο).  «Πάντα άνθρωπο», κάθε άνθρωπο, ασχέτως θέσεως και θρόνου. ΔΕΝ λέγει «οι δεσποτάδες εξαιρούνται» ούτε πάλι λέγει: «αυτούς ειδικά να περιμένετα κάποια σύνοδο»…

 

Ανωτερότητα και προτεραιότητα έχει η Αγία Γραφή, ο Λόγος του Θεού, ως ΕΝΤΟΛΗ προς ΕΜΑΣ του λαϊκούς: «καν Άγγελος εξ΄ ουρανού» διδάξει κάτι διαφορετικό, ΑΝΑΘΕΜΑ ΔΙΠΛΟ και ας ΜΗΝ έχει αναθεματιστεί από σύνοδο! Λέτε να «ξέχασε» ο Θεός ή να «παρέλειψε» ο Απόστολος Παύλος να προσθέσει «ει μη μόνον τους συνοδικώς καταδικασθέντας Ανάθεμα έστω…» ΟΧΙ φυσικά. Ισχύει διαχρονικά! Ανάθεμα και πανάθεμά τους όλους!

 

Και κάτι άλλο, Ιωάννη. ΠΩΣ και από πότε οι ΕΚΤΟΣ Εκκλησίας, όπως εσύ ο ίδιος δικαιότατα, ορθότατα και ορθοδοξότατα ΟΜΟΛΟΓΕΙΣ, έχουν έγκυρα μυστήρια; Πού το βρήκατε αυτό; Γιατί ο π. Νικόλαος και ο π. Θεόδωρος αρνούνται να προσκομίσουν τις Αγιοπατερικές αποδείξεις, να παρουσιάσουν τα πειστήρια με ΣΧΕΤΙΚΑ (και όχι άσχετα) επιχειρήματα και συγκεκριμένες παραπομπές οι οποίες να αναφέρουν ρητώς ότι «οι εκτός εκκλησίας αιρετικοί έχουν έγκυρα μυστήρια;»

 

Δεν θέλουμε δικούς σας προσωπικούς συλλογισμούς, δεν δεχόμαστε αυτοπροβλήτους ορθολογισμούς και απορρίπτουμε τον π. Θεόδωρο όταν επικαλείται να πτυχία του και την κάτασπρη γενειάδα του! Μπορεί αυτός νά ΄χει τα γένια και γω να μην έχω τα χτένια (καθότι φαλακρός) αλλά έχω την Αλήθεια και ΔΕΝ φοβάμαι κανέναν, παρά μόνο τον Θεό!

 

Εσύ όμως, αδελφέ μου Ιωάννη, ΠΩΣ επιτρέπεις στον κατά πάντα δίκαιο εαυτό σου (δεν ειρωνεύομαι καθόλου) να ασεβεί και να ΑΔΙΚΕΙ τον Σύγχρονο Ομολογητή π. Ευθύμιο και δείχνεις ανεπίτρεπτη ΣΚΟΠΙΜΟΤΗΤΑ.

 

Γράφεις λοιπόν:

 

«Μοναδική ίσως εξαίρεση καθηρημένου ιερέως (εδώ υπονοείς «αισχρώ τω τρόπω» πως είναι όντως «καθηρημένος») είναι ο π. Ευθύμιος Τρικαμηνάς τον οποίον αναφέρεις στο σχόλιό σου, και στον οποίον σκοπίμως (ιδού η σκοπιμότητα) δεν αναφέρομαι, μιας και πιστεύω ότι εκπίπτει εκ της Ορθοδόξου Κανονικής πρακτικής, από την στιγμή που μεταξύ άλλων για παράδειγμα, δεν αναγνωρίζει το εγκυρότατο Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας στους μη Συνοδικά καταδικασμένους Οικουμενιστές αδελφούς μας.»

ΚΑΙ ΚΑΛΑ ΚΑΝΕΙ! Πολύ Ορθά, Ορθόδοξα και Αγιοπατερικά!

Να σε ρωτήσω κάτι σημαντικό για μένα, και για να το ρωτώ, πάει να πει έχει και παραέχει (σε αυτή την περίπτωση) μεγάλη σημασία για μένα: «Είσαι θεολόγος, Ιωάννη;»

 

Εάν όχι, γιατί μπερδεύεσαι αδιάκριτα με τρομακτική ημιμάθεια σε χώρους που δεν είναι χωράφια σου; «ΜΗ πολλοί διδάσκαλοι γίνεσθε!» Τον διαχωρισμό των διδασκάλων τον κάνει η ίδια η Αγία Γραφή! Εάν όμως είσαι θεολόγος, τότε ΠΟΥ το βρήκες αυτό το «εκπίπτει εκ της Ορθοδόξου Κανονικής πρακτικής»; Δείξε μου χωρία και παραπομπές. Ποιά είναι αυτή η πρακτική;

 

ΓΙΑΤΙ υποβαθμίζεις θλιβερά τον ευατό σου με αοριστολογίες λέγοντας «από την στιγμή που, μεταξύ άλλων για παράδειγμα». Ποιών «μεταξύ άλλων» ακριβώς; Όχι γενικά και αόριστα! Εφ΄ όσον έκανες την «υπεύθυνη» δήλωση, πρέπει και να τα αναφέρεις όλα λεπτομερώς, αξιοπρεπώς και υπευθύνως.

 

«Για παράδειγμα, δεν αναγνωρίζει το εγκυρότατο Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας στους μη Συνοδικά καταδικασμένους Οικουμενιστές αδελφούς μας».

 

Εδώ φάσκεις και αντιφάσκεις, φίλε Ιωάννη. Εάν ο οικουμενιστής Άνθιμος είναι όντως ΕΚΤΟΣ Εκκλησίας, πάλι όπως ο ίδιος παραδέχεσαι, τότε ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ εκ των Οικουμενικών Συνόδων, να έχει «το εγκυρότατο Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας»…

 

Εάν οι οικουμενιστές είναι όντως ΕΚΤΟΣ Εκκλησίας, όπως ο ίδιος παραδέχεσαι, τότε ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ να τους αποκαλείς «Οικουμενιστές αδελφούς μας». Ο ΕΚΤΟΣ Εκκλησίας δεν είναι αδελφός μας και οι Άγιοι Πατέρες μας δίδουν σαφεστάτη αυστηρή και ρητή εντολή να ΜΗΝ τους αποκαλούμε όχι μόνο «αδελφούς» αλλά ούτε ΚΑΝ «Χριστιανούς!» Και μη μου πεις «πού το λέει αυτό» (σαν τους Χιλιαστές) διότι είμαι βέβαιος πως εάν σας το υποδείξω με παραπομπές, πάλι δεν θα πειστείτε αλλά θα επιμένετε στην εφάμαρτη και απαγορευμένη συγκοινωνία με «ΕΚΤΟΣ» Εκκλησίας ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ!

 

Και τέλος το ασυνείδητα εγωϊστικό «κρεσέντο» σου, αδελφέ μου Ιωάννη. Σε παρακαλώ. Δεν ζητήθηκε η ομολογία σου και η δήλωσή σου διότι ΔΕΝ αμφισβητήθηκε ποτέ εκ μέρους μου! Πολύ σημαντικό αυτό. Και λέγω «εγωϊστικό» διότι όλως ιδιαιτέρως εδώ, ο λόγος σου είναι γεμάτος από απανωτά «μου»…  καθώς και γεμάτος από δικά σου «Πιστεύω» λες και συντάσσεις ένα δικό σου «Σύμβολο Πίστεως» χωρίς να αμφισβητήσω ποτέ την πίστη σου και τους λόγους που γράφεις. Ιδού λοιπόν τί γράφεις:

 

«Το άρθρο αυτό έχει επίσης και την μορφή μιας εκ νέου ομολογίας Πίστεως από μέρους μου. Διότι η ομολογία Πίστεως πρέπει να γίνεται κάθε μέρα, και με τους λόγους και με τις πράξεις μας. Με αυτό μου το άρθρο λοιπόν άδραξα και την ευκαιρία να δηλώσω ότι πιστεύω στην παραδοσιακή και αληθινή Ορθόδοξη Πίστη όπως αυτή διεσώθη ανά τους αιώνας. Πιστεύω στις δυο Πηγές της Πίστεως, την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοσι. Πιστεύω στους παραδοσιακούς Ορθοδόξους ιερείς, οι οποίοι έχουν υγιή και ορθή αντίληψη της Πίστεως, και όχι στους νεωτεριστές, μοντερνιστές, εκσυγχρονιστές, «μετα-Πατερικούς» και Οικουμενιστές πλανεμένους αδελφούς μας.»

 

Δεν το σχολιάζω άλλο. Ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του. Κλείνοντας μου λέγεις:

 

«Κακώς υπέθεσες ότι είμαι πνευματικό παιδί του π. Νικολάου Μανώλη». Μα, δεν είναι καθόλου κακό και ούτε ΚΑΝ που το υπέθεσα ως κακό. Εκ παραδρομής ήταν και αυτονόητο μάλιστα. Λάθος δικό μου αλλά όχι και «κακό». Εάν το έκανα «κακώς» ζητώ συγγνώμη. Μάλλον τιμή θα ήταν όπως ειίαι και για μένα ΤΙΜΗ να είμαι πνευματικό παιδί αυτού του «εκπίπτοντος εκτός της Ορθοδόξου Κανονικής πρακτικής» (καινούργιο φρούτο αυτό).

 

Και προτρέχεις τελείως αδικαιολόγητα σε κάτι που εσύ ο ίδιος, τώρα βάζεις υποψίες. Γράφεις:

 

«Σε διαβεβαιώ επίσης, ότι δεν θα δεχόμουν ποτέ και κανείς, να μου υποδείξει να γράψω κάτι το οποίο δεν πηγάζει αυθόρμητα από την ψυχή μου.»

 

ΔΕΝ αναφέρθηκα ΠΟΤΕ και ΠΟΥΘΕΝΑ σε κάποια υποτιθέμενη υπόδειξη τρίτων προσώπων σε όσα γράφεις και ΜΟΝΟ που το λές αστήρικτα και αζήτητα χωρίς να το έχω όχι μόνο υποθέσει αλλά ούτε καν διανοηθεί, τώρα πραγματικά με βάζεις σε υποψίες και η ψυχολογία διδάκει το αντίθετο…

 

Τέλος, και ζητώ συγγνώμη από τους αγαπητούς μας αναγνώστες για το αρκετά μακροσκελές, αλλά το αισθάνθηκα χρέος ιερό της συνειδήσεώς μου να απαντήσω σε όλα και να ανατρέψω όλα τα αναληθή και αθεολόγητα.

 

Τέλος λέγεις:

 

«Είμαι επίσης βέβαιος ότι εάν παρακολουθήσεις μερικές ομιλίες του π. Νικολάου Μανώλη, θα διαπιστώσεις ότι μακράν απέχει η διδασκαλία του από διδασκαλίες προσωπολατρείας και υπερηφανείας.»

 

Η ανταπόκρισή μου, αδελφέ Ιωάννη, αναφερόταν μόνο σε σένα στο ένα 10% και 90% σε πρώτο πρόσωπο ενικού, στον π. Νικόλαο, ο οποίος αρνείται πεισματικά να απαντήσει και αποφεύγει τον διάλογο, «ορθώς αποτειχισμένος ων».

 

Να μην είσαι καθόλου «βέβαιος». Έχω παρακολουθήσει λεπτομερώς σχεδόν όλες τις ομιλίες του π. Νικολάου (δημοσιευμένες εννοώ) διότι διαμένω στο εξωτερικό, αν και τον γνώριζα τον π. Νικόλαο εξ΄ αποστάσεως από λαϊκό… όταν ήμουν οικότροφος στο Εκκλησιαστικό Λύκειο Φλωρίνης.

 

Να είσαι βέβαιος πως τον αγαπώ, όπως αγαπώ και εσένα, ασχέτως του σκληρού κάπως ελέγχου τον οποίο εντελώς καλοπροαίρετα ασκώ. Ο Μέγας Πατήρ, Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είπε: «Προτιμώ τα χτυπήματα του φίλου, παρά τα φιλήματα του εχθρού!»

Προς τον αγαπητό δεδιωγμένο και μακαριστό π .Νικόλαο, δεν είπα τίποτα κακό. «Μην δεχτείς και συ τέτοιο υπερβολικό έπαινο διότι “αχρείοι δούλοι άπαντες εσμέν και ποιούμεν ό οφείλομεν ποιήσαι…” Είπα ταπεινά και συνέστισα την προσοχή μόνο. «Οφείλεις να συμβουλέψεις τα παιδιά σου να προσέχουν». Αυτό δεν είναι αιτία παρεξηγήσεως και προσβολής. Καλά τί πάθατε όλοι και προσβάλεστε τόσο εύκολα;

Και ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ιωάννης μου λέγει επιτακτικά: «Τεκνία μου, προσέχετε των ειδώλων!» Τί τώρα, θα προσβληθώ και θα απαιτώ 3 – 4 φορές να κατεβεί, να ανασκευάσει και να μου ζητήσει και συγγνώμη;

Θα μπορούσες εςύ και ο π. Νικόλαος να πείτε:

«Ευχαριστούμε για την σύσταση της προσοχής και επιφυλακής, θα το έχουμε υπ΄ όψιν και ευχόμεθα το ίδιο και διά σε.» Αυτό είναι όλο.

Να είσαι επίσης βέβαιος ότι παρακολουθώ τις ομιλίες του και έχω παρατηρήσει πολλά άλλα ανεπίτρεπτα και αντορθόδοξα τα οποία όμως, δεν είναι επί του παρόντος και δεν αφορούν αυτούς (δεν υπονοώ και εσένα) οι οποίοι θεωρούν αλάθητο τον π. Νικόλαο και τον π. Θεόδωρο και δεν δέχονται «μύγα στο σπαθί τους» και όντως διακατέχονται από πνεύμα πονηρό προσωπολατρείας, μεροληψίας και υπερηφανείας, από τα οποία εύχομαι και προσεύχομαι κανένας από μας, (κι εγώ που τα γράφω) να μην υποπέσουμε.

 

Ευχαριστώ για την υπομονή σου και τους αγαπητούς μας αναγνώστες για τον πολύτιμο χρόνο που διαθέσατε.

 

«Δι΄ ευχών των Αγίων Πατέρων ημών!»

 

Νικόλαος Πανταζής

Leave a Reply