ΣΤΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Η εξαίρετη Εκκλησιαστική μας Ύμνογραφία πρωτίστως περιέχει πλουτισμό Ορθοδόξου Θεολογίας και δευτερευόντως διενεργεί το εναλλακτικό μέτρο στους κανόνες της ποιήσεως.

Οι άφταστοι και ασύγκριτοι Ορθόδοξοι Υμνογράφοι ήταν πρώτα Άγιοι, Θεοφώτιστοι θεολόγοι και θαυμάσιοι Μύστες των Θείων Μυστηρίων και έπειτα τέλειοι ταλαντούχοι ποιητές και άριστοι γνώστες της λογοτεχνίας.

Έγραφαν πρωτίστως για να διδάσκουν, να αποκαλύπτουν, να θεολογούν και όχι να εντυπωσιάζουν και ν’ αναδειχθούν. Συνέθεταν κατ’ έμπνευσιν του Αγίου Πνεύματος αφού εκ των προτέρων επιδιδόταν στο τρισευλογημένο τρίπτυχο της νηστείας, αγρυπνίας και προσευχής. Βάση τους σταθερή η Αγία Γραφή και η Αποστολική Παράδοση, οι δύο ισόκυρες όψεις του αυτού χρυσού νομίσματος της Ανεκτίμητης Λίρας της Θεϊκής.

Στην Α’ Ωδή των Καταβασιών των Χριστουγέννων, διατυμπανίζεται πανηγυρικώς η διαχρονική απαρχή της ενθέου δοξολογίας: “Χριστός γεννάται, δοξάσατε, Χριστός εξ’ ουρανών, απαντήσατε!”

Και “απαντούμε” όχι ως θέση σε κάποια τεθείσα ερώτηση αλλ’ απαντούμε, προϋπαντούμε και προσωπικώς συναντούμε τον επί γης οφθέντα Θεό! Βλέπουμε ιδίοις όμμασι τον νηπιάσαντα δι’ ημάς Σωτήρα σ’ ένα επίγειο, κοσμοϊστορικό, Τριαδολογικό Συναπάντημα, να λαμβάνει τ’ ανθρωπίνου δούλου τη μορφή, “μορφωθείς το καθ’ ημάς και θεώσας το πρόσλημμα”.

Η Ενσάρκωσις του Λόγου συνιστά το σημαντικότερο στην Ιστορία Συναπάντημα του Ιδίου του Δημιουργού με το πεπτωκός κτίσμα Του. Αφού πέσαμε πια πολύ χαμηλά, “κατήλθεν εξ’ ουρανού ο Ύψιστος “ως Ζωοδότης συνανελκύσας, πρός ουρανούς συνανυψοί, καί καταράσσει του εχθρού τάς επάρσεις”, πέφτοντας τώρα πολύ χαμηλά, Αυτός ο Ίδιος, “ο αναβάς εις ύψος” ο Οποίος “εκκένωσεν Εαυτόν” και ενηνθρώπισεν, “την πριν πεσούσαν, αναστήσων εικόνα”.

Αυτή η “εικόνα” είμαστε μεις, δημιουργηθέντες “κατ’ εικόνα Θεού”. Επειδή διαφθείραμε και καταστρέψαμε το “κατ’ εικόνα”, έρχεται και κατέρχεται το Αρχέτυπον, το Πρωτότυπον και λαμβάνει εικόνα ανθρώπινη την οποία με την δική Του Ανάσταση, ανασταίνει! “Την πριν πεσούσαν, αναστήσων εικόνα”.

Η συνάντηση λοιπόν αυτή στέκεται σωτηριολογικό ορόσημο και θεία απαρχή μιας θεϊκής, ψυχοσωματικής αναγεννήσεως του πεπτωκότος ανθρώπου και οριστικής διασχίσεως ολοκλήρου της ανθρωπίνης ιστορίας σε Προ και Μετά της Χριστού Γεννήσεως.

Οι σύγχρονοί Του, Τον είδαν, μίλησαν μαζί Του και ευεργετήθηκαν πολυτρόπως απ’ Αυτόν. Ο πλείστος όχλος αργότερα φάνηκε αγνώμων κι οι ίδιοι αυτοί οι ευεργετηθέντες, αχάριστοι πλέον έκραζον: “Άρον, άρον σταύρωσον Αυτόν!” (Ιωάν. ιθ’, 15).

Εμείς, δεν τον είδαμε με τα ίδια μας τα μάτια. Όμως “μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες” (Ιωάν. κ’, 29). Μακάριοι όσοι Τον επιτρέπουν να γεννηθεί στην πεντάφτωχη Φάτνη των καρδιών τους, όσοι έχουν έντονη την αίσθηση της αμαρτωλότητος και καλλιεργούν επίπονα την Εδέμ-Βηθλεέμ της μετανοίας. Εδώ ακριβώς γίνεται και γεννιέται το “γεννάται”. “Χριστός γεννάται, δοξάσατε!”

Η εντυπωσιακή αυτή χρήση του Ενεστώτος “γεννάται”, δεν είναι καθόλου τυχαία ούτε έγινε προς δήθεν συμπλήρωση συλλαβών του Υμνολογικού Αυτόμελου των Καταβασιών των Χριστουγέννων.

Ο Χριστός γεννήθηκε μία φορά ιστορικώς, μα πνευματικώς, αεννάως γεννάται στην Διαχρονική Του Ορθόδοξη Εκκλησία κατά την εξαίσια Θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων.

Γεννάται στις εξομολογούμενες, συντετριμένες και τεταπεινωμένες καρδιές των πιστών.

Γεννάται στων Αγίων Πατέρων το “δι’ ευχών” και των συγχρόνων Ορθοδόξων ομολογητών οι οποίοι διώκονται για την Πίστη, ένεκεν του ονόματος του Νηπιάσαντος δι’ ημάς.

Γεννάται σε όσους έχουν τη δύναμη με ειλικρίνεια να ομολογούν, χωρίς να ντραπούν, την Αποστολική Αλήθεια ευκαίρως-ακαίρως (Β´ Τιμ. δ´ 2), παρά την μεγάλη τους αμαρτωλότητα και αναξιότητα, έχοντες διηνεκώς κατά νουν πως όποιος ντραπεί να ομολογήσει τον Χριστό, θα ντραπεί και ο Χριστός να τον αναγνωρίσει ως υιό Του ενώπιον του Πατρός Αυτού (Μαρκ. η’ 38).

Γεννάται επίσης σε όσους έχουν αγαθή προαίρεση να ασπαστούν την Αγία Ορθόδοξή μας Πίστη και ο εν Σπηλαίω ανακληθείς αναγεννά τη ζωή τους και το είναι τους ολόκληρο με γενεσιουργό αλλοίωση της δεξιάς Αυτού.

Ο Αμήτωρ εν τω ουρανώ και Απάτωρ εν τη γη καταδέχεται να γεννηθεί στο σπήλαιο ληστών των ψυχών ημών. Συ ει ο Ευλογητός! Συ ει ο Ζων Θεός, ο λαλών τη Σαμαρείτιδι! Προσκυνούμεν την γένναν Σου Χριστέ! Δείξον ημίν και τα Άγιά Σου Θεοφάνεια!

Τρεις γεννήσεις συνθέτουν θεοπρεπέστατα το θεαρχικόν γίγνεσθαι της Υποστάσεως του Λόγου:

α) η Άχρονος Γέννησις εκ του Πατρός,

β) η Εν Χρόνω Γέννησις εκ της Μητρός και

γ) η αεννάως διενεργουμένη γέννησις εντός της ψυχής του ανθρώπου, ως αναγέννηση, ανάπλαση και ανάσταση διαχρονική. Γέννηση, νέκρωσις κι’ ανάσταση μαζί!

Η κάθε μία γέννηση, όλως παραδόξως, αναδιπλώνεται αλληλοεξαρτουμένη από την άλλη. Δίχως όμως εξ’ ολοκλήρου, αδεσμεύτου αποδοχής των δύο πρώτων γεννήσεων, η τρίτη δε νοείται, δεν επιτελείται εντός μας.

Οι διάφοροι πολυκέφαλοι και πολυπλανεμένοι “Μπορν Αγκέν”, επικεντρώνουν το αιρετικό τους δόγμα στην εσωτερική δήθεν αναγέννηση του ανθρώπου διά μέσου μίας στιγμιαίας μηχανικής και επαρκούς επικλήσεως του ονόματος του Κυρίου “και σωθήση” (οπωσδήποτε…) ανεξαρτήτως και παντελώς ασχέτως των τριών αυτών παραπάνω γεννήσεων. Ασχέτως των εντολών.

Αφαιρούν την διαρκή, ισόβια μετάνοια. Αφαιρούν τις συνθήκες διατηρήσεως της Πίστεως και επικολλούν το “ειμί ήδη σεσωσμένος!” Αφαιρούν το ορθόδοξο πνεύμα “διάκειμαι υπό σωτηρίαν” διά προθύμου επεξεργασίας των εντολών και αμεταθέτου ελπίδος εις το “μέγα έλεος”.

Αφαιρούν την Υπόσταση του Λόγου και έρχονται σε διάσταση με την κοινωνία του Πνεύματος διά των ζωοποιών Μυστηρίων, διαπράττοντας οριστική αποκοπή του Σώματος του Χριστού.

Από την άλλη όμως, οι αιρετικοί οικουμενιστές ιεράρχες και υποδουλωμένοι ποιμένες, αφαιρούν το Εκκλησιολογικό γίγνεσθαι και καταργούν την Θέσφατη και παγιωμένη εις το επέκεινα Χριστοκεντρικότητα, μετατρέποντας πονηρά την Εκκλησία του Χριστού “επισκοποκεντρική”, μεταβάλλοντας την Θεοπνευστία σε Δεσποτοκρατία, διαστρέφοντας την πνευματική πατρότητα σε γεροντολατρεία, συμβιβασμένοι όλοι δουλικά στις επάρατες επιταγές της Παναιρέσεως του Οικουμενισμού.

Ο Χριστός Κύριος αρνείται εις τον αιώνα να συγκαταλέγεται στο βέβηλο και πορνικό το Π.Σ.”ε”. Ο Σεσαρκωμένος Σωτήρ δεν ξεπουλά την Σάρκα Του στα μολυσμένα θυσιαστήρια της ψευδο-εκκλησίας πονηρευομένων. Δεν μετέχει διόλου στο Οικουμενιστικό γίγνεσθαι.

Το Υποστασιακό “γίγνεσθαι” συνιστά φερωνύμως το Άκτιστον “είναι”. Συντελεί σε μιαν ασύλληπτη συνισταμένη των επιμέρους Ατομικών θελήσεων και συλλογικών Ενεργειών του Χριστού.

Ο Ανθρώπων επέκεινα σαρκωθείς Λόγος δεν “συλλαμβάνεται” (δεν κατακτάται) από τον πολύ περιορισμένο ανθρώπινο νου, ούτε πάλιν «εξαντλείται» διά θεογνωσίας, δι’ οποιασδήποτε θεώσεως σχετικής ή γνώσεως μεθεκτικής των κτιστών ενέργειών Αυτού.

Ο Άγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς διασαφηνίζει άριστα την σχέση Θείας φύσεως και ενεργείας:

«Η μεν γαρ θεία ενέργεια εκ της θείας φύσεώς εστι και ενθεωρείται ταύτη κατά τους θεολόγους, αλλ’ ουκ έστι καθ’ αυτήν, η δε θεία φύση ουκ εκ της ενεργείας εστί και καθ’ αυτήν εστι και των θείων ενεργειών εστι πηγή». Και η μετάφραση:

«Επειδή η μεν θεία ενέργεια έχει ως αιτία υπαρξεως την Θεία Φύση, και εντός αυτής ενυπάρχει, κατά τους θεολόγους, αλλά δεν υπάρχει από μόνη της. Η Θεία Φύση όμως δεν έχει ως αιτία υπαρξεως την ενέργεια. Υπάρχει από μόνη της αυτή καθ’ εαυτή και αποτελεί πηγή των θείων ενεργειών» (Α΄, 168).

“Η Θεία Ουσία, ως η πηγή και η αιτία των ενεργειών της, διαφέρει και υπερέχει συγχρόνως απ’ αυτές, μια και είναι μια πραγματικότητα που «ως αιτία… διαφέρει και υπερέχει» (Α’ 305, Κατά Ευνομίου Α΄ 8. ΒΕΠ 52, 168-169).

Δεν ενηνθρώπισε λοιπόν η Θεία Φύση ούτε απορρόφησε την Ανθρώπινη Φύση τελετουργικώς. Το Β’ Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο Χριστός, προσέλαβε Σάρκα (Ανθρώπινη Φύση) από την Παναγία καί την ήνωσε με την Θεϊκή Φύση. Τέλειος Θεός και Τέλειος Άνθρωπος. Θεάνθρωπος. Με θέληση και ενέργειες που υπόκεινται στην Θεία Φύση. Αυτά όλα διαμορφώνουν μέρος επί μέρους της Ορθοδόξου επιγνώσεως.

Η Αγία Γραφή δεν μιλάει για γνώση απλή ή σοφία κοσμική, αλλά “επίγνωση” Θεϊκή, και πρωτίστως υπεράνω πάντων προτρέπει πάντας ανθρώπους “εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν” (Α’ Τιμ. β’ 4). Άλλο πράγμα η γνώση και άλλο η επί-γνωση. Άλλο πράγμα η θύραθεν κοσμική σοφία (κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά) και άλλο η σοφία του Χριστού, η διάκριση, η κάθαρση και η θέωση.

O Θεάνθρωπος επιθυμεί σφόδρα να Τον γνωρίζουμε επισταμένως, βαθέως, εις ύψος και εις πλάτος. Όσο Τον γνωρίζουμε εμείς όμως, Αυτός γνωριζόμενος, προσεγγιζόμενος και μετεχόμενος διά των ενεργειών Αυτού, παραμένει αείποτε εις το διηνεκές επέκεινα πάσης γνώσεως ανθρωπίνης και εν πνεύματι μετοχής κατά την Θείαν Φύσιν και Ουσίαν. Παραμένει απολύτως απρόσιτος, “Φως οικών απρόσιτον” (Α’ Τιμ. στ’, 16).

Ο Χριστός γίνεται προσιτός διά της Γεννήσεως Αυτού. Γίνεται καταληπτός διά της σαρκώσεως. “Θεός εφανερώθη εν σαρκί”. Το “φανερώθη” εδώ δεν σημαίνει απλή φανέρωση διά των οφθαλμών, αλλ’ Αποκάλυψη εντός θεουμένων καρδιών.

Ο Απ. Παύλος, μιλώντας για τα Χριστούγεννα, μιλά για φανέρωση και αποκάλυψη, στο Γαλάτας δ’, 4: “ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ…” Δύο όμως Χωρία αμέσως μετά, στο Χωρίο 6 λέγει : “῞Οτι δέ ἐστε υἱοί, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ εἰς τὰς καρδίας ὑμῶν, κρᾶζον· ἀββᾶ ὁ Πατήρ!”

Εδώ παρατηρούμε, χωρίς να μπορούμε να το ξεπεράσουμε έτσι απλά, πως μέσα σε μία μόνο πρόταση τόσο δα μικρή, τεσσάρων μόνο λέξεων, αποκαλύπτεται η Αγία Τριάδα: “ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς (Πατήρ) τὸ (Άγιον) Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ”.

Χωρίς την Ορθή Πίστη στην Αγία Τριάδα δεν υπάρχει αγιασμός και σωτηρία. Γι’ αυτό και οι Παπικοί απώλεσαν την Αποστολική Διαδοχή, απώλεσαν και την Χάρη, διά της παναιρετικής προσθήκης του “Φιλιόκβε” στο Σύμβολο της Πίστεως.

Γι’ αυτό και ο Απ. Παύλος μιλά για υψηλές οράσεις και ουράνιες αποκαλύψεις στο Β’ Κορινθίους, Κεφ. 12, όπου ήκουσεν “άρρητα ρήματα”, δηλαδή κτιστές ενέργειες ως αιτίες (αποτελέσματα) του Ακτίστου Φωτός! Αυτά λίαν υπέροχα τα εξηγεί ο Άγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος στον Πεντηκοστό Δεύτερο Λόγο:

“Είδε και ο Απόστολος είπεν, ήκουσα ρήματα (δια της ακοής δηλαδή) και ημείς εξηγούντες αυτά τα ρήματα είπαμεν, πως είναι ο Υιός του Θεού και Πατρός, όπου λαλείται δια του Αγίου Πνεύματος, και άμα αποκαλύπτεται (ιδού η αποκάλυψις) εις τους άξιους δια της ελλάμψεως (ιδού η φανερωσις) Αυτού, και την τοιαύτην έλλαμψιν, ήγουν – αποκάλυψιν και φανέρωσιν -, την είπαμεν πως γίνεται μάλιστα δια μέσου θε-ωρίας (οράσεως Θεού), και όχι δια μέσου ακοής”.

Βλέπουμε προφανώς και εμφανώς το θεολογικό Δίπτυχο “αποκάλυψη – φανέρωση”. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η Αγία Ορθόδοξη Υμνολογία τοποθετεί αυτές τις ιδιαίτερες εκφάνσεις θείας μεθέξεως εντός ειδικού Δωδεκαημέρου που ονομάζεται “Επιφάνεια” περιέχοντας τα Χριστούγεννα και τα Θεοφάνεια σαφέστατα συνυφασμένα.

Αυτό, διότι σε όλες τις Δεσποτικές και Θεομητορικές Εορτές καθώς και στις μνήμες Αγίων, καταδεικνύεται κυριώτατα το Δόγμα της Αγίας Τριάδος και η Θεότητα του Χριστού, στην οποία ΠΕΤΡΑ επάνω, (όχι στον Πέτρο) οικοδόμησε την Εκκλησία.

Αυτά όλα γράφτηκαν όχι ως απόπειρα “φθηνού εντυπωσιασμού” ή θεωρίας των δογμάτων και συγχύσεως του νού αλλ’ ως εγχείρημα εκτεταμένου προοιμίου πανηγυρικού και θεωρήσεως θεολογικής επί της Δογματικής πλευράς της Μητροπόλεως των Εορτών, κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο.

Σας ευχαριστώ για τον πολύτιμο χρόνο που διαθέσατε.

Νικόλαος Πανταζής, θεολόγος

Leave a Reply