«ΤΑΙΣ ΕΞ΄ EΡΓΩΝ ΚΑΥΧHΣΕΣΙ…» Νικολάου Πανταζή, θεολόγου

Δεν τα λέγει για τους άλλους. Για μένα τα λέει. Δεν τα αναρτώ για να καταρτίσω τον τετραυματισμένο μου αδελφό, για μένα και σε μένα τα απευθύνω. Στην αφεντειά μου έπρεπε τον έλεγχο και την εξουθένωση να χαρίζω. Τρικλίζω επί πτωμάτων και κολακείας ρημάτων πλέκω το εγκώμιο του Φαρισαϊσμού μου.

Ο Φαρισαίος είμαι εγώ και ακριβώς εδώ, ο Θεότυφλος λανθάνω. Εκλαμβάνω πάντοτε τις έννοιες και τις διδαχές, πως απολύτως απευθύνονται στον διπλανό μου, στον «πλησίον» και όχι στον εαυτό μου. Διατρανώνω και διαλαλώ τοις πάσι: “μή μου άπτου” το “εγώ” μου!

Η κρυφή, ύπουλη και υποβόσκουσα εγωπάθειά μου, η εωσφορική και Φαρισαϊκή μου υψηγορία, μ’ εξαιρεί κάθε φορά από την Θεϊκή κατηγορία. Υπερισχύει η συνεχής και εναλλασσόμενη τάση για αυτοδικαίωση. Η μόνη απολύτρωση είναι η αυτολύτρωση και πλάνα εξιλέωση η στείρα αυτοδικαίωση.

Κατακρατεί η υπέρταση των βεβαρημένων μου οφθαλμών. «Της ψυχής τα όμματα πεπηρωμένος». Εγώ, ο «ευσεβής βλαμμένος». Τα ηλεκτρομαγνητικά πεδία της σεμνοτυφίας μου σε φαυλοκρατικό συνδυασμό με τα ψυχοπαθολογικά μου απωθημένα, διενεργούν ανέσπερες και ανεξομολόγητες ενοχές.

«Αρματηλάτης εν αρεταίς» και «Στρατηλάτης εν πάθεσιν» παρίσταμαι φαινομενικώς ενώπιόν Σου, ενώ «η των πραγμάτων αλήθεια» με αποδεικνύει απερίφραστα πεζοποντοπορούντα και μεγαλορρημονούντα στο λεγεωνάριο σενάριο της καυχησιολογίας.

Πνεύμα κενοδοξίας με κατακυριεύει. Πνεύμα δεινής δειλείας με καταδυναστεύει. Με πνεύμα «αλαζονικόν τε και θρασύ», ο θρασύβουλος διαβολικής βουλής, με τρέλλα και σχιζοφρένεια «σταθείς» προσεύχομαι στον εαυτό μου!

Περιαυτολογώ ανεπίτρεπτα και και προσκυνώ τον υπέρθεο εαυτό μου. Υψηλοκάρδιος και επαρσιόπληκτος παρίσταμαι στο ναό Σου, ως νικητής των τελωνών, «κενοδοξίας νικώμενος» χωρίς να έχω αποβάλλει της υπερηφανείας τον «υπέρογκον κόμπον».

«Κόμπλεξ ανωτερότητος» δεν κομπιάζει να εκδηλωθεί «ως θυμίαμα ενώπιόν Σου» και ως φιλαυτίας ύμνος να αποδοθεί η αλητήρια του νοός μου αιχμαλωσία. Με δοξολόγα υστεροβουλία επιτελώ, «Λιτή και Πανηγυρικό Εσπερινό» στον βαϊηφόρο, βασιλίσκο εαυτό μου. Εξευτελίζομαι πανοικεί καθώς η περιγέλαστη της υπάρξεώς μου περιφορά αυτή, με βρίσκει ερημωμένο, άσημο και αφανή, αδειανό από αξία, τιμή και χάρη.

Η θεατρικώς υποκρινόμενη «κένωση» της επάρατης κενοδοξίας μου, δεν το ηγείται καθόλου «αρπαγμό, το είναι ίσα τω Θεώ». Δηλώνω ανερυθρίαστα ισοθεΐα. «Αυτός είμαι», ο βλάσφημος κι αρχέκακος εγώ. Δοξάστε με. Προσκυνείστε με. Λιβανείστε με και πείτε σε όλους “τα καλά τα νέα” της ενδόξου ελεύσεως του Εθνοσωτήρος σας. «Ασοφία, ορθοί!» Της ερεβώδους αγυρτείας μου το «άξιον εστί» με υπεροψία περισσή περιλαύνει.

Εγωϊσμός “λοκατζής”, λογισμοί υπερηφανείας καταδρομείς, υψώνουν θριαμβευτικά την σημαία στο πεδίο μάχης της ψυχής μου. Στο πανδαιμόνιο θέατρο σκιών της ζωής μου, ήρωας κεντρικός και αποκλειστικός, ο κωμικοτραγικός, καραγκιόζης εαυτός μου.

Ο υπέρτατος και υπερόπτης ατομισμός μου, χρείαν καθάρσεως ουκ έχει. Αναμαρτησίας λίθος σφίνωσε στα τρίσβαθα της αθλιότητός μου και ο ανδριάντας της ηλιθιότητός μου καλπάζει κολακευτικά της υποκρισίας καβαλάρης.

Με φοβερή απόνοια και τύφο βδελυρό, το μυρμηγκένιο μου ανάστημά υψώνω, μέσα στον δικό Σου επιβλητικό Ναό. Με λασπωμένα άρβυλα οιήσεως ίσταμαι «εν τόπω ιερώ», με «κακίστη Θεώ και απρεπή ωμότητα» τολμώ, το «ευχαριστώ Σοι, ο Θεός» να ξεστομίζω. Κανένα δε χαρίζω.

«Καλά τους τα λέει! Και καλά τους κάνει και τους τιμωρεί! Εγώ δεν είμαι σαν κι αυτούς και σαν τούτον ΄δω τον άχρηστο, το απόβρασμα, τον ελεεινό και μηδαμινό τελώνη…» Δικαίως, δικαιώτατα η καρδιά μου καμαρώνει και «σαν γύφτικο σκεπάρνι» υψώνει την εξοχότητα, μεγαλειότητα και υψηλότητά μου.

«Τυφλός τα τ᾽ ώτα, τον τε νουν τα τ᾽ όμματα» ών, στης γεροντομανίας μου το “δι΄ ευχών” διαπρέπω. Κατέχω τα πρωτεία στην θαυματοθηρία και αποθεώνομαι αποχαυνωτικά στην προσκυνηματολαγνεία. Το τυφλοπάνι της επάρσεως και μεγαλομανίας, δεν μ’ αφήνει κατάματα το Φως να δω. Ελέχγομαι υπό του Φωτός διότι Αυτό ξεσκεπάζει την πνευματική μου γύμνια. Φανερώνει το της ψυχής μου σκότος.

Εάν λοιπόν ο υποτιθέμενός μου φωτισμός, καταντά κολάσιμος σκοταδισμός, “το δε σκότος, πόσον;” Πόση μεγάλη και αμέτρητη η Φαρισαϊκή μου έπαρση και βλακεία; Πόσο τραγική και επικίνδυνη, η βυθίζουσά με τιτάνια αμετανοησία;

“Ἵλαθι Μόνε ἡμῖν εὐδιάλλακτε!”

Πηγή:
http://www.wallingoff.com/886

Leave a Reply