ΤΟ ΕΑΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΝ!

Η κάθε Κυριακή του Τριωδίου, διαρκεί για μία ολόκληρη εβδομάδα. Το νόημα και το δίδαγμα όμως της κάθε Κυριακής, δεν έχει προθεσμία λήξεως μα διαρκεί μια ολόκληρη ζωή. Η χθεσινή Κυριακή, δεν είναι στην ουσία η Κυριακή της “Τυρινής”. Δεν είναι για τα τυριά. “Τυριά και λιβάνια” λέει ο λαός. Γράφω “στην ουσία” διότι η ουσία δεν είναι τα κρέατα και τα τυριά, ούτε η Δευτέρα υποτίθεται “η Καθαρά” και που θα πάμε τα παιδιά το χαρταετό για να πετάξουν. Ας ψάξουν οι πιστοί βαθύτερα το νόημα το θεολογικό και όχι στη λαγάνα.

Είναι αυτή η Κυριακή, όπως για δική μας διδαχή καταγράφει το Μηνιαίον, η “Κυριακή της από του Παραδείσου της τρυφής εξορίας του Πρωτοπλάστου Αδάμ.” Μας κάνει εντύπωση πως ο Παράδεισος επί τούτου ονομάζεται “Παράδεισος της τρυφής”. Επίσης κάνει εντύπωση το ότι αναφαίρει σε Ενικό Αριθμό “της εξορίας του Πρωτοπλάστου Αδάμ.” Δεν γίνεται χρήση του πληθυντικού “των Πρωτοπλάστων” ούτε κάνει έστω τυπική αναφορά του ονόματος της Εύας.

Ο “Αδάμ” είναι συνώνυμο της ανθρωπότητος. Είναι η Κυριακή της δικής μας πτώσεως, της δικής μας εξορίας. Η Κυριακή της δικαίας τιμωρίας μας. “Ανάμνησιν ποιούμεθα” της παραβάσεώς μας. “Μνείαν επιτελούμεν” της πτώσεώς ημών. Όχι δεν γιορτάζουμε. Θρηνούμε. Δεόμεθα. Παρακαλούμε. Ας δούμε όμως πιο κοντά το Ευαγγέλιο της Κυριακής της εξορίας του Αδάμ.

“Εἶπεν ὁ Κύριος· ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν. Ὅταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί· ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν. Σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ. Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσι καὶ κλέπτουσι· θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν· ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν.” (Ματθ. στ’ 14-21).

“Είπεν ο Κύριος.” Ποιός το είπε; Ο Κύριος. Το είπε ο Θεός. Και όταν μιλά Αυτός, εμείς όλοι είμαστε μαζί μύρια μηδενικά μπροστά Του. Προσταγμά Του. Το είπε ο Κύριος. Και πως το ξέρουμε αυτό;

“Από σας απόλυτη κι ακλόνητη εμπιστοσύνη απαιτώ” μας λέγει. Το λέγει ο Κύριος, πάει τελείωσε. Αμφιβολία δεν χωρεί. Για μας αρκεί, το είπε ο Κύριος. Και τί νομίζετε, δεν έχει τη δύναμη, ο Κύριος Παντοκράτωρ, να επιστατεί, να ελέγχει, να εποπτεύει, να παρακολουθεί ώστε ανθρώπινη παρείσφρηση να μη συμβεί;

Γίνεται ποτέ ο Κύριος, να επιτρέψει τον όμιλο των δικών Του, των αγαπητών Του και αποκλειστικών Του, να καταστρέψουν με φθορά τα του Χριστού ήθη χρηστά, ήθη Θεϊκά; Τα λόγια είναι περιττά. Το είπεν ο Κύριος. Τελεία και παύλα.

Ελάτε, κοιτάχτε να δείτε. “Εάν γαρ αφήτε”. Ευθύς εξ’ αρχής, προυπόθεση τοποθετεί. Προτάσσεται και υπογραμμίζεται η συνθήκη αυτή. Υπάρχει το απαραίτητο και προαιώνιο όριο, υπάρχει αυτό το “εάν”. Τα πάντα εξαρτώνται από αυτό το “εάν”. Εάν θέλεις, εάν το επιθυμείς. Μην πεις ποτέ “εάν μπορείς.” Μην δικαιολογείσαι. Αν όντως θέλεις, τότε μπορείς. “Οίδαμεν ότι δύνασαι, πάντα όσα αν θέλεις και βούλεσαι…”

“Εί βούλει τέλειος είναι…”
“Εί φίλοι μου έστέ…”
“Εί Εμέ εδίωξαν…”

Ω, αυτό το “εάν!” Κρύβει τεράστια δύναμη αυτό το σχετικό “εάν”. Αυτό το “εάν” είναι το παν. “Εάν” είχαμε τ’ αυτιά τα πνευματικά, “ο έχων ώτα ακούειν, ακουέτω”, θ’ ακούγαμε και θα γινόμασταν όχι μόνο ακροατές μα ποιητές συνάμα. Μεγάλο πράγμα και μέγα θαύμα αυτό το “εάν”.

“Εάν” είχαμε φρόνημα Αγιοπατερικό, “εάν” καλλιεργούσαμε σε μας και στα παιδιά μας φρόνημα μαρτυρικό, θα είμασταν αείποτε έτοιμοι σε οποιαδήποτε στιγμή να πούμε: ” Ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου”, θα το κάνω! “Ότι και να μου ζητάς. Εσύ, ως Πατέρας μου, με αγαπάς. Θέλεις το καλό μου. Γνωρίζεις πολύ καλύτερα από μένα. Βλέπεις αυτά που δεν μπορώ εγώ να δω. Ναι, Κύριε. “Ιδού εγώ”.

Θ’ ακούσω τον Κύριό μου. Το είπεν ο Κύριος. Για χάρι Του, για την αγάπη Του, θα το κάνω. Ας ακούσουμε του Πέτρου την περίτρανη και γοργοϋπήκοη φωνή: “ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου!” Ναι… “ἐπιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες, οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου…” Όλη τη νύχτα κοπιάζουμε. Όλη τη ζωή μας παλεύουμε. Δεν καταφέρνουμε τίποτε. Χωρίς Εσένα, είμαστε τίποτε. Όμως, επειδή το λες Εσύ, επειδή το ζητάς Εσύ, ο Πατέρας μας και Κύριός μας, θα το κάνουμε. Θα ζούμε κατά Θεόν εις τον κόσμον αυτόν.

“Εάν” βρίσκαμε τη δύναμη, την θέληση και την αντοχή, εάν επιδεικνύαμε αγία υπομονή και εμπιστοσύνη απόλυτη-τυφλή στο Θείο θέλημα του Θεανθρώπου, σε όλα και για όλα να λέμε και να εννοούμε την καθοριστική φράση αυτή “ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου” – επειδή μας το ζητάς Εσύ, τότε όχι μόνο απλά θα προοδεύαμε στην πνευματική ζωή, αλλά – αδιανόητο – θα φτάναμε ευκολώτερα ακόμη και στην θέωση αυτή!

“Εάν” είχαμε την παρρησία και διαθέταμε την νικητήρια τόλμη, παντού και πάντοτε σε κάθε δυσκολία της ζωής, αφοσιωμένοι ολόψυχα και ολοπρόθυμα στην κατά δύναμιν εφαρμογή του θελήματος του Θεού, να λέγαμε εξ’ όλης της ψυχής, εξ’ όλης της ισχύος, εξ’ όλης της διανοίας, αυτό το άγιο και πανάγιο, “εφ’ όσον, Κύριε, μου το ζητάς εσύ, αφού είναι θέλημά Σου, “ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου”, θα το κάνω”.

Και ποιόν είναι αυτό το πιό εύκολο απ’ όλα, αλλά και το πιό δύσκολο να κάνω; “ἐὰν γὰρ ἀφῆτε!” “Να συγχωρείτε για να συγχωρηθείτε!” Αυτό μας εντέλλεται. Αυτό μας διατάζει. “Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος· ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν.” Δηλαδή κόλαση.

Αυτό το “εάν” μας θυμίζει την Κυριακή Προσευχή, το “Πάτερ ημών”. Επιστέγασμα είναι η συγχώρηση των αμαρτιών μας. Με μία όμως προϋπόθεση: “Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν!”

Εδώ υπάρχει από τους περισσοτέρους ένα σφάλμα ερμηνευτικό. Αυτό το “ως και ημείς” δεν είναι παραλληλισμός, δεν είναι συγκριτική αντιπαραβολή. Δεν σημαίνει “όπως ακριβώς και εμείς συγχωρούμε” αλλά “εφ’ όσον και εμείς συγχωρούμε”. Προϋποθέτει και θέτει όριο και μάλιστα απαράβατο. Κριτήριο της δικής μας συγχωρήσεως είναι το “εάν” και “εφ’ όσον” εμείς οι ίδιοι συγχωρούμε.

Ειδ’ άλλως, πρόσωπο Θεού δεν πρόκειται να δούμε! Κι αυτό δεν το λέγω έτσι εγώ, χάριν ομοιοκαταληξίας. Το λέγει η Γραφή: “Εἰρήνην διώκετε μετὰ πάντων, καὶ τὸν ἁγιασμόν, οὗ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τὸν Κύριον!” (Εβρ. ιβ’ 14). Ειρήνην εδώ δεν σημαίνει ειρηνική συνύπαρξη αλλά αληθινή συμφιλίωση και πραγματική συγχώρεση. Τρία είδη ειρήνης υπάρχουν: Ειρήνη με τον Θεό, ειρήνη με τον συνάνθρωπο και ειρήνη με τον εαυτό μας.

Ο αγιασμός μας τελειούται όχι μόνο με την εξάσκηση των εν γένει αρετών, ούτε με την στείρα υλοποίηση κανόνων ηθικών. Η παρθενία και η ασκητικότητα από μόνες τους, αυτόνομες, δεν αγιάζουν. Οι δέκα παρθένες ήταν παρθένες και οι δέκα. Οι μισές όμως δεν είχαν το λάδι της διακρίσεως και στης συγγνώμης. Είναι ο αγιασμός της συγχωρήσεως. Το “αλάτι” της γης.

Το “διώκετε” σημαίνει επιδιώκετε και καταδιώκετε αδιαλλείπτως. Δίωξη συστηματική εφ’ όρου ζωής, ασχέτως συγχωρήσεως απανωτής και επαναληπτικής. Είναι αυτό το 77 που δεν έχουμε ακόμη καταλάβει. ” Ἑβδομηκοντάκις ἑπτά…” (Ματθ. ιη’ 22).

Δεν είναι μόνο οι “άπειρες φορές”. Είναι η άπειρη καρδιά η οποία θέλει και ξέρει να συγχωρά. Είναι η απειρότητα του αγιασμού και η απειρότητα της όψεως της Κυρίου. Χωρίς την απειρότητα της συγχωρήσεως “οὐδεὶς ὄψεται τὸν (Άπειρον) Κύριον!” Τον Άπειρον Θεόν.

Ναι, Άπειρος ο Θεός. Βεβαίως και άπειρη η βλακεία των ανθρώπων. Άπειρη όμως και η μη συγχωρητικότητα, η κακία και η μνησικακία. Άπειρη πάνω απ’ όλα η αγάπη. Όταν προσεγγίζουμε την ουράνια αυτή “ζώνη του λυκόφωτος”, μας αποκαλύπτεται η απειρότητα της αγάπης. Ποιό είναι αυτό το “ἑβδομηκοντάκις ἑπτά;” Είναι το χωρίο: “η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει!” Η συγχώρεση ουδέποτε παύει, δεν μετριέται, δε λογιέται με λογιστικά. Δεν λύνετια μαθηματικά.

Η συγχώρεση ποτέ δεν πεθαίνει. Η Ελλάδα, δυστυχώς και αυτή πεθαίνει και οι Έλληνες “τινάζουν τα πέταλα…” Το Έθνος αργοπεθαίνει και η Διοικούσα Εκκλησία “ήδη όζει πολυήμερη…” Μάθαμε όλοι να λέμε από συνήθειο: “Θεός σ’χωρέστον”. Ναι, ο Θεός συγχωρεί. Εμείς όμως συγχωρούμε; Κάνουμε κηρύγματα περί συγχωρήσεως, γράφουμε άρθρα περί συγχωρήσεως. Αναδημοσιεύουμε κείμενα Πατερικά περί συγχωρήσεως. Θεολογούμε μα δεν συγχωρούμε. Κι αν δεν μετανοούμε, απ’ το Θεό θα το βρούμε…

Σκοπίμως ο Χριστός συνδέει στο εν λόγω Ευαγγέλιο την συγχώρεση με τη νηστεία. “Μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί…” Αυτός που δεν συγχωρεί, είναι αεννάως σκυθρωπός. “Κατσούφης και μαγκούφης” λέει ο λαός. Κατηφής στον κατήφορο της ασπλαχνίας, εσωστρέφεια κι απογοήτευση να σκορπίζει.

Και ο Θεός ορίζει: η συγχώρεση είναι μέγας θυσαυρός, ανεκτίμητος, πολύτιμος μαργαρίτης. Θυσαυρός δυσεύρετος κι αμύθητος τοις πάσι. Στον ουρανό θα φθάσει όποιος συγχωρεί. “Θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ!” Δύο είναι κυρίως οι εν ουρανώ θυσαυροί, δύο οι ουράνιες αποταμιεύσεις: η συγχώρεση και η ελεημοσύνη. Αγάπη και Αλήθεια κατεφίλησαν.

Συγχώρεση και αγάπη χωρίς την Αλήθεια είναι κάλπικη λίρα. Χωρίς την Ορθόδοξη Αλήθεια, αληθινή συγχώρεση δεν νοείται. Χωρίς την Αγιοπατερική Αλήθεια, αντιαιρετικός αγώνας δεν υπάρχει, θρίαμβος της Ορθοδοξίας δεν επιτελείται: “ἔλεος καὶ ἀλήθεια συνήντησαν, δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη κατεφίλησαν· ἀλήθεια ἐκ τῆς γῆς ἀνέτειλε, καὶ δικαιοσύνη ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψε. Καὶ γὰρ ὁ Κύριος δώσει χρηστότητα, καὶ ἡ γῆ ἡμῶν δώσει τὸν καρπὸν αὐτῆς· δικαιοσύνη ἐναντίον αὐτοῦ προπορεύσεται καὶ θήσει εἰς ὁδὸν τὰ διαβήματα αὐτοῦ!” (Ψαλμ. πδ’ [84] 11-14).

Καλή αντάμωση στη Κυριακή της Ορθοδοξίας!

Leave a Reply