Ανοικτή Επιστολή Νικολάου Πανταζή Προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο 2010

Σημείωση: Η παρακάτω Επιστολή γράφτηκε το 2010 πριν προχωρήσω σε Αποτείχιση-Απομάκρυνση πλέον από τον Πατριάρχη Βαρθολομαίο και τον υπ’ αυτόν Βλάσφημο Αρχιεπίσκοπο Αυστραλίας Στυλιανό (χωρίς το “κ”).

Ομολογώ, πως εάν είχα πλήρη γνώση της Διδασκαλίας των Αγίων Πατέρων εν σχέση με την στάση και συμπεριφορά των Πιστών έναντι αιρετικών αρχιερέων, δεν θα προέβαινα καν σε αυτήν την εκ των υστέρων πια αποδεδειγμένη ματαιοπονία. Υπάρχουν τόσοι Άγιοι και Χαρισματούχοι Ασκητές που καταφέρθηκαν εναντίον του Πατριάρχου, όπως ο Άγιος Γέροντας Παϊσιος που είπε πως οι ενέγειες αυτές είναι “κουρελούδες του διαβόλου” (πρόστυχες παλιογυναίκες) και ότι “ο Πατριάρχης μας αγάπησε μια ξενην γυναίκα και άφησε τη Μάνα μας!” Δηλαδή Πνευματική Μοιχεία και Απιστία Συζυγική στη Νύμφη Εκκλησία, στον Νυμφίο Χριστό! Λοιπόν; Εμένα τον έσχατο και μηδαμινό θ’ ακούσει;

Στο τέλος αυτής της Επιστολής μου, ακολουθεί και μια άλλη που εξιστορεί τις συνέπειες που επακολούθησαν, δηλαδή την οριστική μου παύση από τη διακονία του κηρύγματος και της κατηχήσεως της Νεολαίας και την ναυαγισμένη, άκυρη και κούφια δεσποτοκρατική εντολή “να με πετάξουν έξω από το Ναό της Ενορίας μου όπου διακονούσα ως Ιεροκήρυκας και Ιεροψάλτης. (το “Ιερο”-ψάλτης, “Ιερο”-κήρυκας και “Ιερο”-διάκονος δεν δηλώνει την ιδιότητα του ιερέως αλλά την ιερότητα του Ιερού λειτουργήματος σε αντίθεση με αυτό του κοσμικού επαγγέλματος). Και δεν κατάφεραν καθόλου να με “πετάξουν έξω” από το Ναό διότι ο τότε Ιερεύς ήταν πεπεισμένος για την γνώση μου περί των Ιερών Κανόνων που δεν επιτρέπουν σε κανένα Ιερέα (ή Πατριάρχη ακόμη) να πετάξουν ένα Πιστό έξω από το Ναό λόγω Θεολογικής διαφωνίας και συγγραφής μιας Ανοικτής Επιστολής, πράγμα που δικαιούται Νομοκανονικά να πράξει και το πιο απλό μέλος της Εκκλησίας.

Τέλος, θα πρέπει να υπογραμμίσω πως είναι λίαν τολμηρώ και επικίνδυνο να προτρέχει κανείς και να καταδικάζει τόσο επιφανειακά και άσοφα τη χρήση του Αγιογραφικού Ενικού και να αποδείξει έτσι πως δεν έχει καμία ιδέα περί της μεγίστης διαφοράς της υιικής οικειότητος και αυθαδείας.

 

Τρίτη, 24 Αυγούστου, 2010

 

Εθναποστόλου Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, Ευτυχούς Ιερομάρτυρος.

 

Ανοικτή Επιστολή

 

Προς τον Παναγιώτατο Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο

 

 

Οικουμενικέ μου πατέρα,

Σου γράφω απλά και ταπεινά, χρησιμοποιώντας τον Ευαγγελικό Ενικό, διότι πιστεύω πως δύναται κάλλιστα ο Ενικός Αριθμός να εμπεριέχει, τον απαιτούμενο σεβασμό προς το πανσέβαστο πρόσωπό σου. Eλπίζω πως θα μου το επιτρέψει η πατρική σου θέση, να μιλήσω με ηπιότητα και παρρησία, αισθανόμενος, μία όντως υιική σχέση, να μας διέπει.

Σου γράφω αυτή την επιστολή ομολογώντας αληθώς πως δεν είναι υποκινούμενη από κανέναν. Δεν διακατέχεται από καμία αυθάδεια η έπαρση, από ζηλωτικές τάσεις ούτε κρυφίως υπηρετεί κάποια πολεμική εναντίον του σεπτού μας Πατριαρχείου.

Η ανοικτή μου επιστολή δεν γράφεται κατά τρόπον ανοίκειον, φανατικόν η ασεβή. Παραδίδεται «Ανοικτή» διότι οι πράξεις και τα έργα έγιναν στα ανοικτά, δημόσια και φανερά, για αυτό και πρέπει να αντιμετωπίζονται δημοσίως.

Η επιστολή αυτή προέρχεται από την πηγαία ειλικρίνεια που θα εκδήλωνα αυθορμήτως, εάν ήμουν κάτω από το Πατριαρχικό σου πετραχίλι. Σου γράφω, Οικουμενικέ μου πατέρα, με θάρρος χωρίς θράσος, όπως είχαν και οι Απόστολοι (χωρίς να αποτολμώ να αυτοσυγκαταλέγομαι ανάμεσά τους) όταν απλά και ταπεινά ρωτούσαν τον αγαπημένο μας Κύριo: «Διδάσκαλε, που μένεις;» και όχι «που μένετε;»…

Οπως λοιπόν «ο Ιησούς Χριστός, χθες και σήμερον, ο αυτός και εις τους αιώνας» το ίδιο και η έκφραση της Ευαγγελικής μας γλώσσης, ας μείνει απαλλαγμένη από κάθε «μοντερνισμό» και «καθωσπρεπισμό» της ευγενιζούσης τάχα Ευρώπης. Ηθελα πολύ να έγραφα σε πλουτο-παράδοτο πολυτονικό μα προσωρινώς δεν διαθέτω το κατάλληλο ηλεκτρονικό λογισμικό.

Ας μιλήσουν τώρα με αλήθεια καρδιές που δίχως δόλο η συμφέρον αγαπούν και τον Ιδιο Κύριο υπηρετούν, ασχέτως οποιωνδήποτε εξουσιών και θρόνων. Εσύ, σαν Πατριάρχης μας και Οικουμενικός μας πατέρας, δεν διακατέχεσαι από την ματαιόδοξη υψηλοφρονία του απροσίτου Πάπα. Είσαι ευπρόσιτος και ευπρόσδεκτος σε κάθε καλόπιστη κρίση, εφ’ όσον όμως «την δικαίαν κρίσην» κρίνουμε, δίχως εμπάθεια η έπαρση, δίχως να καταδικάζουμε τους Ηγουμένους μας, οι οποίοι, όχι μόνο αγρυπνούν για τις ψυχές μας, αλλά μάλιστα δίδονται από τον Θεό «κατά τον λαόν».

Κάποτε γνωριστήκαμε προσωπικώς όταν επισκέφτηκα το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο, τον Αύγουστο του 1990. Παρ’ όλο που ο Μακαριστός Πατριάρχης Δημήτριος είχε μόλις επιστρέψει από το ταξίδι του στην Αμερική και ήταν πολύ κουρασμένος, εσύ μετά χαράς και ευκολίας, μας είχες εξασφαλίσει μία δεκάλεπτη τότε γνωριμία.

Τώρα στέκεσαι εκεί ψηλά, στον ύψιστο Οικουμενικό σου θρόνο. Τώρα πια, η κρισιμοτάτη διπλωματική σου θέση, σε καθιστά ανεπίτρεπτα τρεπτό σε βλαβερούς για την φήμη σου και για την Ορθοδοξία μας ελιγμούς, να επιδίδεσαι σε τολμηρά και επικίνδυνα ανοίγματα, που πικραίνουν και σκανδαλίζουν τα συνειδητά, χριστεπώνυμα παιδιά σου.

Και ποιός είμαι εγώ, να σου μιλώ με αυτό τον τρόπο; Το αφανή και ασήμαντο παιδί σου. Κάτω από την αγκαλιά σου και την πατρική σου αναγνώριση, ο ταπεινός ιερέας της Λαρίσης, είχε τελέσει την βάπτισή μου, το 1968. Στις Θείες Λειτουργίες που επιτελεί το υπερωκεάνιο ποίμνιό σου, εδώ στην απόμακρη, Αυστραλιανή αυλή σου, «το όνομά σου επικεκλήμεθα».

Οπως ακριβώς, Οικουμενικέ μου πατέρα, εάν έβλεπα τον σαρκικό μου πατέρα να αδικεί βαναύσως την οικογένειά μας, με το ίδιο πάλι θάρρος θα του έλεγα, «δεν είναι δίκαιο από τον Θεό αυτό που κάνεις». Αισθάνομαι λοιπόν, πως έχω το υιικό αυτό δικαίωμα, να σου ανοίγω την ψυχή μου, να σου μιλώ με ειλικρίνεια και ευθύτητα, με σεβασμό και αγάπη, για θέματα της Εκκλησιαστικής μας Οικογενείας.

Δεν επικαλούμαι το της Ποιμαντικής Επιστήμης Πτυχίο, το οποίο πράγματι, αναξίως κατέχω. Επικαλούμαι την αγάπη του Χριστού μας, η οποία «έξω βγάζει τον φόβο». Επικαλούμαι «το φιλόστοργον» της φιλάνθρωπης Μάννας Εκκλησίας, ελπίζοντας να ευαισθητοποιήσω την Πατρική ψυχή σου, που θέλω να πιστεύω, νοιάζεται. Πονάς για το Οικουμενικό Ποίμνιό σου και προ πάντων υπάρχεις για αυτό το ποίμνιο το οποίο και ορκίστικες να υπηρετείς μέχρι αυτοθυσίας.

Εφ’ όσον μας εκπροσωπείς, θέλω λοιπόν να μοιραστώ κάποια παράπονα που έχω την πεποίθηση πως καλύπτουν και άλλες ψυχές που σε αγαπούνε, και αγωνιούνε. Και προσεύχονται για σένα.  Σε αγαπώ, Οικουμενικέ μου πατέρα, και να με συχγωρείς που θα το πω ευθέως.  Δεν θέλω να σε ‘δω να ολισθαίνεις. Δεν χαίρομαι να σε ελεηνολογούν και να απειλούν με Νομοκανονικώς κατοχυρωμένη διακοπή του μνημοσύνου.

Θέλω όμως και εσύ, πατέρα μου, δικαιώματα να μην δίνεις. Δεν θέλω να σε βλέπω να εναγκαλίζεσαι και να συμπροσεύχεσαι με τον αιρεσιάρχη Πάπα, που δεν είναι διόλου «Επίσκοπος» ούτε καν «Εκκλησία», ούτε Ιεροσύνη κατέχει, ούτε καν μυστύρια έχει. Και εσύ, οικουμενικέ μου πατέρα, το γνωρίζεις πολύ καλά αυτό, και δεν είναι ανάγκη να σου το υπενθυμίζω εγώ θεολογικώς, ούτε να σε παραπέμψω στην πολύτιμη, υποδειγματική και διαχρονική Διδασκαλία αλλά και την αυστηρώς προκαθορισμένη Γραμμή των προκατόχων σου Κωνσταντινουπολιτών Αγίων Πατέρων.

Θα παραθέσω όμως μερικά από τα επαρκή κείμενά τους, μεταφρασμένα, όχι για σένα, είσαι άριστος γνώστης της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, αλλά για όσους αγαπητούς αναγνώστες δεν έχουν ίσως ακριβή και σαφή γνώση των υψίστης αξίας και σημασίας αυτών των Θεοπροβλήτων, Πηδαλιουχών κειμένων.

Πατέρα μου, να σε ρωτήσω θέλω, και απάντησέ μου ειλικρινά:

Συμφωνείς με όλα όσα λέγει ο ΜΕ΄ Κανόνας των Αγίων Αποστόλων μας, ότι «όποιος Επίσκοπος, ή Πρεσβύτερος, ή Διάκονος συμπροσευχηθεί μονάχα, αλλά όχι και να συλλειτουργήσει, με αιρετικούς, να αφορίζεται»;

Συμφωνείς με τον ΞΕ΄ Κανόνα των Αγίων Αποστόλων μας, ότι «όποιος μπεί σε συναγωγήν αιρετικών για να προσευχηθεί, εάν μεν είναι κληρικός, να καθαιρείται, εάν λαϊκός, να αφορίζεται;»

Συμφωνείς με τον ΣΤ’ της εν Λαοδικεία Συνόδου, που «δεν συγχωρεί να μπαίνουν οι αιρετικοί εις την εκκλησίαν μας» και κατά δε τον ΛΒ’ «δεν πρέπει κανείς να λαμβάνει από τους αιρετικούς ευλογίες;»

Και για τον Θ’ του Τιμοθέου τι έχεις να πεις, που «δεν συγχωρεί να στέκονται παρόντες αιρετικοί εν τω καιρώ της Θείας Λειτουργίας, εκτός μόνον αν υπόσχωνται να μετανοήσουν, και να αφήσουν την αίρεσιν;»

Οσο για τον Θ’ Κανόνα της εν Λαοδικεία που αφορίζει «τους Χριστιανούς όπου πηγαίνουν εις τα κοιμητήρια, ή τα μνήματα των αιρετικών για να προσευχηθούν, ή χάριν ιατρείας των ασθενών αυτών;»

Επίσης, συμφωνείς με τον ΛΖ’ της αυτής εν Λαοδικεία Συνόδου, που «δεν πρέπει να συνεορτάζει κανείς Χριστιανός με τους αιρετικούς, ούτε να δέχεται τα αποδιδόμενα από αυτούς δώρα της εορτής των;»

Και για να μην κρυβόμαστε, η επάρατη αλλαγή του Ημερολογίου, κάτω από το πρόσχημα μιας διορθώσεως και τελειοποιήσεως, κατόπιν εντολής του Πάπα για λόγους αμαρτωλού συνεορτασμού δεν έγινε; Και έπειτα έχουν το θράσσος οι αιρετικοί να επιχειρούν να μας καθυποτάξουν με προσβλητικά δώρα, επιστρέφοντας σε μας λείψανα, κλεμμένα από εμάς, και παραχωρώντας αγιασμένα μέρη που, έτσι και αλλιώς, δικαιωματικώς μας ανήκουν.

Συμφωνείς με αυτά που λέγει ο προκάτοχός σου, Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Να μην προτιμείς την ομόνοια παραπάνω από την αλήθεια, άλλά να αντιστέκεσαι γενναίως μέχρι θανάτου… να μην προδώσεις καθόλου την αλήθεια» και «να μην αποδεχθείς κανένα νόθο (αιρετικό) δόγμα, με το πρόσχημα της αγάπης», αλλά «να πολεμείς την αίρεση, η οποία δεν μπορεί να ξεπλυθεί (συγχωρεθεί) ακόμη και με το αίμα του μαρτυρίου».

Συμφωνείς με τον Άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, που είχε, όπως όλοι οι Αγιοι Πατέρες, αγάπη για τους ετεροδόξους, και ποθούσε, όπως όλοι οι Αγιοι Πατέρες, την επανένωσή τους μαζί μας και επεδίωκε, όπως όλοι οι Αγιοι Πατέρες, την ειρήνη των Χριστιανών. Ομως, τρανώς και συστηματικώς διαλαλούσε: «Είναι πολύ καλύτερο ο επαινετός από τον Θεό πόλεμος (με τους αιρετικούς) παρά να έχουμε ειρήνη μαζί τους, που μας χωρίζει από τον Θεό».

Συμφωνείς επίσης με τον Μέγα Βασίλειο που ρητώς λέγει πως «δεν έχουμε τίποτε κοινό πού να μας ενώνει με τους αιρετικούς. Αυτοί που αποσχίστηκαν από την Εκκλησία δεν έχουν πλέον την χάριν του Άγιου Πνεύματος» και «μηδέ αδελφούς ονομάζειν». Γιατί εμείς οι «Νεο-Ορθόδοξοι» πηγαίνουμε κόντρα στους Αγίους Πατέρες, ανατρέπουμε το έργο τους, ακυρώνουμε την πολεμική τους, γινόμαστε προοδευτικότεροι και πιπιλίζουμε περήφανοι την σύγχρονη αιρετική καινοτομία την κοινής τάχα λατρείας, επισφραγίζοντάς την μάλιστα με «Παν-Ορθοδόξες Συνόδους» ότι «ακόμη και στις αιρετικές και σχισματικές ομάδες το βάπτισμα είναι έγκυρο, εφόσον τελείται ορθώς, κατά τον τύπον της Αγίας Τριάδος;»

Συμφωνείς πάλι με τον άλλο, απαράμιλλο προκάτοχό σου, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Φώτιο, τον Μέγα, όπου κατά την Ογδόη Οικουμενική Σύνοδο του 879 στην Κωνσταντινούπολη, (η οποία μαζί με την Ενάτη Οικουμενική, εσκεμμένως και δολίως αποσιωπούνται στις Θεολογικές Σχολές παγκοσμίως, λόγω του σφοδρού αντιπαπικού των χαρακτήρα), η οποία εδογμάτισε και ρητώς αφόρισε τον κάθε Πάπα διαχρονικώς: «Ολοι μας, έτσι φρονούμε και με αυτό τον τρόπο πιστεύουμε. Οσο για αυτούς που έχουν διαφορετική γνώμη από την δική μας η προβάλλουν διαφορετικόν όρον από αυτόν που παρελάβαμε, τους θέτουμε κάτω από το ίδιο ανάθεμα, (τους αφορίζουμε). Και όποιος τολμήσει να διασκευάσει, να προσθέσει η να αφαιρέσει η να βγάλει δικό του Ορο πίστεως με θράσος (όπως ο Πάπας με το Φιλιόκβε) είναι άξιος κάθε καταδίκης και αποκομμένος από κάθε Χριστιανική ομολογία. Οποιος λοιπόν φτάσει σε τέτοια άφρονη κατάντεια και τολμήσει να συντάξει άλλο Σύμβολο Πίστεως και να ονοματίσει άλλον Ορισμό, να προσθέσει η να αφαιρέσει από όσα μας παραδόθηκαν από την Πρώτη, Μεγάλη, Αγία Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας, ας είναι αναθεματισμένος, καταραμένος!»

Τι δουλειά έχουμε λοιπόν εμείς με τους αναθεματισμένους και αμετανοήτους; Δεν πιστεύω κανείς από τους Συγχρόνους μας προοδευτικούς «Μετα-Πατερικούς» Αρχιερείς να θεωρεί τον εαυτό του, αξιώτερο και αγαπητικότερο στην καρδία, που θα «διορθώσει» τους Αγίους Πατέρες μας και θα προσελκύσει επιτυχέστερα την χάρι του Αγίου Πνεύματος, αφού αυτοί «απέτυχαν» παταγωδώς…

Μήπως επίσης συμφωνείς, Οικουμενικέ μου πατέρα, με τον προκάτοχό σου Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Σέργιο, ο οποίος με απόφαση Συνόδου του 1009, «δικαίως διέγραψε από τα δίπτυχα της Ανατολικής Εκκλησίας, το όνομα του συνωνύμου του Πάπα Ρώμης Σεργίου του Δ΄ επειδή χρησιμοποίησε το Σύμβολον της Πίστεως με την προσθήκη του Φιλιόκβε, και από τότε μέχρι σήμερα κανένα παπικόν όνομα δεν καταγράφτηκε σε αυτά»;

Συμφωνείς με την ιστορική, σημαδιακή Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 1054 (όπου τελέσθηκε και το οριστικόν Σχίσμα) η οποία κατεδίκασε τις Λατινικές κακοδοξίες και αποκάλεσε το «Φιλιόκβε», όχι «τοπικόν έθιμον», αλλά «βλάσφημον δόγμα»; Και κάτι ακόμη πιό φρικτό και ταραχώδες. Συμφωνείς με αυτά τα αφυπνιστικά που λέγει ο επιφανής προκάτοχός σου, Αγιος Γερμανός Β΄ Κωνσταντινουπόλεως (1222-1240):

«Εξορκίζω όλους τους λαϊκούς, όσοι είστε γνήσια τέκνα της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, να φεύγετε ολοταχώς από τους ιερείς που υπέπεσαν στην υποταγή στους Λατίνους, και μήτε σε εκκλησία να συγκεντρώνεστε μαζί τους, μήτε να παίρνετε οποιαδήποτε ευλογία από τα χέρια τους. Είναι καλύτερα να προσεύχεσθε στο Θεό στα σπίτια σας μόνοι, παρά να συγκεντρώνεσθε στην εκκλησία μαζί με τους Λατινόφρονες. Ει’ δ’ άλλως, θα υποστήτε την ίδια κόλασι μ’ αυτούς».

Και με τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά συμφωνείς, που κατεδίκασε τις Παπικές αιρέσεις με τις Συνόδους του 1341, του 1347 και του 1351 και με σθένος ξεσκέπασε τον φιλοπαπικό Βαρλαάμ τον Καλαβρό, τον άλλο ουνίτη της εποχής εκείνης; Ο Αγιος Γρηγόριος “τόλμησε” και ΔΙΕΚΟΨΕ την Μνημόνευση του Πατριάρχου του Ιωάννη Καλέκα, δεν συμβιβάστηκε ούτε σε ένα ιώτα η μία κεραία και καταδικάζει εντόνως το Φιλιόκβε αποκαλώντας το «έκφυλη προσθήκη» και καλούσε τους πιστούς να επαγρυπνούν μετά τρόμου στα θέματα της πίστεως, λέγοντας χαρακτηριστικά πως: «Η σιγή στα θέματα της πίστεως είναι ένα τρίτο είδος αθεΐας μετά από την άρνηση του Θεού και την απόρριψη του Ιησού Χριστού». Πως λοιπόν να σιγήσω, όταν βλέπω εσένα τον πατέρα μου, να ασπάζεσαι τον αντίχριστο πάπα; Τι να φοβηθώ; Τον Θεό μου μόνο…

Και ακόμη, συμφωνείς με τον Αγιο Μάρκο τον Ευγενικό που δεν δέχτηκε να υπογράψει την ψευδο-ένωση δηλώνοντας: «Οι Λατίνοι δεν είναι μόνο σχισματικοί, αλλά μάλιστα αιρετικοί, τους αποστραφήκαμε επειδή είναι αιρετικοί και για αυτό διαχωριστήκαμε από αυτούς». Ο Αγιος μάλιστα παρακαλεί εντόνως και προτρέπει τους πιστούς: «να αποφεύγετε όσους έχουν ενωτικές (οικουμενιστικές) τάσεις διότι αυτοί είναι ψευδαπόστολοι και εργάται δόλιοι…» και καταλήγει ουσιαστικώς εκφράζοντας και εκπληρώνοντας την καθολική συνείδηση της Ορθοδόξου Εκκλησίας μέχρι της εποχής του αλλά και προφητικώς ακόμη του μέλλοντος αιώνος: «Ολοι συνολικώς οι Αγιοι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας, όλες οι Σύνοδοι και οι Αγιες Γραφές στην ολοκληρία τους, μας συμβουλεύουν αυστηρώς να αποφεύγουμε τους ετερόφρονες και να διακόπτουμε κάθε επικοινωνία μαζί τους», «να τους αποφεύγετε όπως φεύγει κάποιος από ένα φίδι».

Εσύ που είσαι φίλος του Αγίου Ορους, Οικουμενικέ μου πατέρα, συμφωνείς με τον Αγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, (και όλους τους Αγιορείτες Αγίους) σύμφωνα με τον οποίο οι Λατίνοι «είναι παμπάλαιοι αιρετικοί»;

Οσο για τον Σύγχρονο μεγάλο και φίλτατο Αγιο μας, τον Αγιο Νεκτάριο, Επίσκοπο Πενταπόλεως που λέει: «Ο Πάπας σαν λέγει πως είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, εξόρισε από τη Δυτική εκκλησία τον Χριστό… Αυτός ο υπερβολικός τύφος του Πάπα, αυτή η μοναρχομανία του γέννησε τόσες αιρέσεις»

Συμφωνείς με τα σοφότατα, θεολογικότατα και Θεοφώτιστα ρήματα του Νεοφανούς μας Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς, τον Καθηγητή της Δογματικής, ο οποίος πραγματικώς ορθοτομώντας τον λόγο της αληθείας, αποκαλεί το Π.Σ.Ε «αιρετικόν, ανθρωποπαγή και ανθρωπολατρικόν σύλλογον» και καταδικάζει την συμμετοχήν της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας εις αυτό ως «δουλικόν εξευτελισμόν!» Επειτα διατυμπανίζει τα ιστορικά και περίφημα αυτά λόγια: «Εις την ιστορίαν του ανθρωπίνου γένους υπάρχουν τρεις κυρίως πτώσεις : του Αδάμ, του Ιούδα, του Πάπα … Ο παπισμός, με την ηθική του είναι κατά πολύ αρειανισμός … το δόγμα περί αλαθήτου του Πάπα είναι όχι μόνο αίρεσις αλλά παναίρεσις. Διότι καμία αίρεσις δεν εξηγέρθη τόσο ριζοσπαστικώς και τόσον ολοκληρωτικώς κατά του Θεανθρώπου Χριστού και της Εκκλησίας Του, ως έπραξε τούτο ο παπισμός διά του αλαθήτου του Πάπα-ανθρώπου. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Το δόγμα αυτό είναι αίρεσις των αιρέσεων, μία άνευ προηγουμένου ανταρσία κατά του Θεανθρώπου Χριστού».

Επίσης με φώτιση Θεού ομολογεί: «Ο Οικουμενισμός είναι κοινόν όνομα δια τους ψευδο-χριστιανισμούς, δια τας ψευδοεκκλησίας της Δυτικής Ευρώπης. Μέσα του ευρίσκεται η καρδία όλων των ευρωπαϊκών ουμανισμών (ανθρωπισμών), με επί κεφαλής τον Παπισμόν. Όλοι δε αυτοί οι ψευδοχριστιανισμοί, όλαι οι ψευδοεκκλησίαι, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία αίρεσις παραπλεύρως εις την άλλην αίρεσιν. Το κοινόν ευαγγελικό όνομά των είναι η παναίρεσις. Διατί; Διότι στο διάστημα της ιστορίας οι διάφορες αιρέσεις ηρνούντο ή παραμορφώνουν ιδιώματα τινά του Θεανθρώπου και Κυρίου Ιησού οι δε ευρωπαϊκές αυτές αιρέσεις απομακρύνουν ολόκληρο τον Θεάνθρωπο και στην θέση του τοποθετούν τον Ευρωπαίον άνθρωπον. Εδώ δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ του Παπισμού, Προτεσταντισμού, Οικουμενισμού και άλλων αιρέσεων, ων το όνομα «λεγεών». Το ορθόδοξο δόγμα, μάλλον το πανδόγμα περί της Εκκλησίας, απερρίφθη και αντικατεστάθη δια του λατινικού αιρετικού παν-δόγματος περί του πρωτείου και του αλάθητου του πάπα, δηλαδή του ανθρώπου. Εξ αυτής δε της παναιρέσεως γεννήθηκαν και γεννώνται συνεχώς άλλες αιρέσεις: το Filioque, η αποβολή της Επικλήσεως, τα άζυμα, η εισαγωγή της κτιστής χάριτος, το καθαρτήριον πυρ, το θησαυροφυλάκιο των περισσών έργων, η μηχανοποιημένη διδασκαλία περί της σωτηρίας και ως εκ τούτου μηχανοποιημένη διδασκαλία περί της ζωής, ο παποκαισαρισμός, η Ιερά Εξέτασις, τα συγχωροχάρτια, ο φόνος του αμαρτωλού δια την αμαρτία, ο ιησουϊτισμός, η σχολαστική, η καζουϊστική, ο μοναρχισμός, ο κοινωνικός ατομικισμός διαφόρων ειδών… Ο αιρετικο-ουμανιστικός χωρισμός και η διαίρεση της αγάπης και της αλήθειας είναι σημάδι ελλείψεως της θεανθρώπινης πίστεως και της απολεσθείσης πνευματικής θεανθρώπινης ισορροπίας και ορθοφροσύνης. Εν πάση περιπτώσει τούτο δεν ήταν ποτέ ούτε είναι η οδός των Πατέρων.”

Συμφωνείς με τον Άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, αυτόν τον Μέγα Μυσταγωγό, ότι: «Ο Παπισμός προκάλεσε στην Εκκλησία μεγαλύτερη ζημία από όση προκάλεσαν όλες μαζί οι αιρέσεις και τα σχίσματα, και λόγω της βλασφημίας εναντίον του Άγιου Πνεύματος με την διδασκαλία περί του Filioque έχασαν το Άγιο Πνεύμα, και όλα σ’ αυτούς είναι αχαρίτωτα. Κανένα μυστήριο τους δεν είναι έγκυρο»;

Με τον σημερινό εορταζόμενο (βλ. ημερομηνία επιστολής) και Μέγα εν Αγίοις δοξαζόμενο, τον Υψιστο Ευεργέτη του Ορθοδόξου μας Έθνους, τον Ισαπόστολο, Αγιο Κοσμά τον Αιτωλό, συμφωνείς, που προειδοποιούσε τους Χριστιανούς «να φοβούνται τον πάπα, διότι αυτός ενσαρκώνει την ύπουλη μορφή του αντίχριστου» και έλεγε μάλιστα: «Τον Πάπα να καταριέστε, γιατί αυτός θα είναι ο αίτιος του χαλασμού του τόπου». (Συλ. Αλβανικού χειρογρ. 6 (δ) Ἀλβ)

Αλλά και ο πολύ χαρισματικός και αγιασμένος Γέρονας π. Φιλόθεος Ζερβάκος πρόσθεσε: «Οι Λατίνοι εναντιούμενοι εις το Πνεύμα το Άγιον … προσέθεσαν, σκοτισθέντες υπό του πονηρού, και το «εκ του Υιού». Ακολούθως οι Παπολάτραι υπέπεσαν εις μυρίους κακοδοξίας και αιρέσεις …εύχομαι η χάρις του Θεού να σε φυλάξει από τους λύκους, τους αιρετικούς».

Τέλος, Οικουμενικέ μου πατέρα, συμφωνείς (αλλά και ποιοί είμαστε εμείς να διαφωνούμε…) με το Αγιο Συνοδικό της Ορθοδοξίας που ουσιαστικώς γράφτηκε με την επιστασία του Αγίου Πνεύματος και που έπρεπε να διαβάζεται ολόκληρο, αυτούσιο, αλλά σήμερα αναγινώσκεται τραγικώς κατατεμμαχισμένο, κατά την Κυριακή της Ορθοδοξίας, όπου εκεί αναθεματίζονται όλες οι αιρέσεις και οι αιρετικοί, η κάθε μία ξεχωριστά για να μή μείνει δε καμμία εκτός του αναθέματος, υπάρχει στο τέλος ένας γενικός αναθεματισμός: «Ολοις τοις αιρετικοίς ανάθεμα!». Αλήθεια, πατέρα μου, συμφωνείς με αυτό το γενικό ανάθεμα;

Και κάτι ακόμα, συμφωνείς με αυτήν την κατά πάντα ύποπτη και ανίερη άρση των αναθεμάτων; Αλήθεια, για ποιό βεβιασμένο λόγο έγινε αυτή η άρση; Ποιούς σκοπούς και ποιά συμφέροντα εξυπηρετεί; Αποδείχθηκε τελικώς εύλογη και καρποφόρα η όχι; Η μήπως τέλος πάντων συμφωνείς (πράγμα που απεύχομαι) με τις επίσημες, τεράστιες βλακείες, τις απολύτως βλάσφημες και παντελώς βλαμμένες αποφάσεις των Βατικανίων δογματικών Συνοδικών;

«Ο Πάπας… είναι άνθρωπος-Θεός».

«Η εξουσία του είναι απεριόριστη… εκτείνεται στα ουράνια, τα γήϊνα και τα καταχθόνια…».

«Ο Πάπας… είναι αλάθητος όπως ο Θεός… έχει τη δύναμη να κάνει καθετί, που ο Θεός κάνει…»

«Ο Πάπας είναι Τοποτηρητής του Θεού».

«Ο Πάπας έχει το δικαίωμα να διορθώνει καθετί, το οποίον θεωρεί αναγκαίο μέσα στην Καινή Διαθήκη.»

«Ο Πάπας δύναται να μεταβάλλει και τα ίδια τα Μυστήρια, που έχουν οριστεί από τον Ιησού Χριστό».

«Ο Πάπας είναι πιο ψηλά απ’ όλους τους νόμους».

«Αν ο Πάπας αποφασίσει ενάντια στην κρίση του Θεού, τότε η κρίση του Θεού πρέπει να διορθωθεί, να μεταβληθεί».

«Ο Πάπας είναι το φως της αλήθειας και ανταύγειά της».

«Ο Πάπας είναι το παν επί πάντων και δύναται τα πάντα…» Αρθ. 8.

Λοιπόν, με αυτόν το ψευτο-θεάνθρωπο θέλεις να ενωθούμε, που θέλει να διορθώνει την κρίση του Θεού;

Μήπως το φαύλο σκεπτικό μας θέλει πρωτίστως διόρθωμα; Διαθέτουμε «νουν Χριστού» η «εωσφορική νοοτροπία Πάπα»; Για ποιά ένωση μιλούμε; Μα αυτοί δεν ομιλούν για ένωση αλλά για παγκόσμια υποταγή μας κάτω από την παποκαισαρική του παντόφλα. «Παντόφλα που μας χρειάζεται όλους…» Φοβούμαι πως το ράπισμα του Αγίου Νικολάου προς στον Αιρεσιάρχη Αρειο θα ήταν πολύ βαρύτερο για τους σημερινούς, λάγνους εναγκαλισμούς και τα αποτρόπαια φιλήματα Ιούδα. Πρώτη φορά ντρέπομαι τον οικουμενικό μου πατέρα. Φοβούμαι «μην πέσει το χέρι του Θεού βαρύ πάνω μας».

Αναρωτιέμαι, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου δεν λυπείται τον πολυπαθή μαρτυρικό λαό του και καταπατεί τόσο βάναυσα και προκλητικά τους Κανόνες, πηγαίνοντας κόντρα στο θέλημα του Θεού; Γιατί δεν καλείς εσύ την Μείζωνα και Υπερτελή Σου Σύνοδο να τον αφορίσεις πάραυτα, που τόλμησε, γυμνή τη κεφαλή και τη ψυχή, σε τηλεοπτική Συνέντευξη, με μία αισχρή και αηδιαστική έπαρση, να δηλώσει ότι: «ο Πάπας είναι κανονικός Επίσκοπος της Εκκλησίας μας»; Μήπως ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου είναι κανονικός Αντίχριστος;

Εναν μόλις χρόνο προ της Τραγικής και Οδυνηρής Αλώσεως της Βασιλίδος Πόλεως όπου εσύ εδρεύεις, είχε γίνει πάλι Οικουμενιστικό, Παπικό Συλλείτουργο και είδαμε τα δεινά και πολύ επώδυνα αποτελέσματα που ακολούθησαν, ένα μόλις χρόνο αργότερα… Ο Λαός της Πόλεως θεωρούσε τότε την Αγια-Σοφιά μαγαρισμένη και δεν πατούσε πόδι κανείς σε καμία Λειτουργία αλλά ανέμενε μετά τρόμου την θεία ανταπόδοση, η οποία δεν άργησε να έρθει… Εσείς, οι σημερινοί ηγέτες, δεν σέβεσθε την βούληση και το κριτήριο του Πιστού Λαού του Θεού; Δεν φοβείσθε την Θεία Εκδίκηση;

Δεν ομιλείς; Δε φρίττεις; Τι σκέφτεσαι; Τι αναρωτιέσαι; Η μήπως εσφαλμένως τώρα και υπεκφυγώς εξετάζεις τα αδιαμφισβήτητα κίνητρά μου; Τι θέλω να πω με όλα αυτά; Θέλω να καταγραφείς στην Εκκλησιαστική Ιστορία σαν ήρωας της Πίστεως, και όχι σαν προδότης. Θέλω να σε βλέπω κατά πρόσωπο να λες και να ομολογείς ευθέως στον Πάπα: «Δεν είσαι Εκκλησία! Είσαι αιρετικός, βλάσφημος και αμετανόητος!» Δεν θέλω να σε ακούω να τον αποκαλείς «Αγιο» διπλωματικώς, με Λειτουργική τάχα έννοια και να του αποδίδεις οποιαδήποτε «Παν-αγιοσύνη». Δεν θέλω να βλέπω τον Πάπα όχι απλώς να παρίσταται, αλλά να είναι μάλιστα ενδεδυμένος με τα «αλάθητα» άμφιά του και να λαμβάνει με αυτόν τον τρόπο σχεδόν ενεργό μέρος σε Πατριαρχική Θ. Λειτουργία… Δεν σου επιτρέπεται από τους Θείους Ιερούς Κανόνες να τον εισαγάγεις στον Πάσεπτο Πατριαρχικό Ναό και να τον Μνημονεύεις εν πλήρη καταστολή, γυμνή τη κεφαλή, με πράξη μυστηριακή, κοινωνιακή, ενωτική, δογματική;

Δεν θέλω να ακούω τον Πάπα να απαγγέλει, εκ μέρους του Ορθοδόξου πληρώματος, το «Πάτερ ημών» σε Θεία Λειτουργία εντός του Αγιασμένου Πατριαρχικού μας Ναού, εφ’ όσον δεν έχουμε τον ίδιο Θεό Πατέρα. Ο δικός μας Πατέρας, ο Πατήρ ημών, εκπορεύει αποκλειστικώς το Αγιο Πνεύμα και δεν είναι υποταγμένος στην εξουσία και αυθεντία του Πάπα.

Θέλω να σε βλέπω να αντιλαλείς το ηρωϊκό, του Αγίου Μάρκου του Ευγενικού εκείνο «ΟΧΙ, δεν θα πάρω», και «δεν θα συμμετάσχω» και «δεν συνδιαλέγομαι μαζί σας» σε Διαθρησκειακά, άκαρπα Συνέδρια και πληκτικές Περιβαντολογικές Ημερίδες.

Θέλω να σε ακούω να διαλαλείς: «Δεν πρόκειται να θυσιάσω τα αδιαπραγμάτευτα δόγματα της Εκκλησίας που ηγετικώς υπηρετώ, χάριν της όποιασδήποτε ενότητος η μάλλον δαιμονικής, πλανεμένης ομονοίας».

Αλήθεια, δεν σε είδα ποτέ μου, να καταδικάζεις τον Παπισμὸ και την Ουνία ως αίρεση. Δεν σε είδα ποτέ να απαιτείς ευθέως, προσωπικώς και δημοσίως από τον Πάπα, να αρνηθεί το «Φιλιόκβε», το Εωσφορικό του Πρωτείο και το ψωρουπερήφανο αλάθητό του, για να μην αναφερθώ και στο πλήθος των υπολοίπων κυριολεκτικώς αιρέσεών του, τις οποίες δεν προτίθεται να απαρνηθεί διόλου.

Δεν σε είδα να κατηγορείς τον Πάπα που δεν απέτρεψε την κατασροφή της Μικράς Ασίας αλλά εμμέσως υποστήριξε την άδικη και φρικτή σφαγή του Ορθοδόξου Λαού της Αγίας Πόλεως Σμύρνης. Δεν θέλω να σε βλέπω να αναγνωρίζεις μια υποτιθέμενη εκκλησιαστικὴ υπόσταση σε όλες τις τριακόσιες και πλέον αἱρετικὲς ψευδοεκκλησίες του «Παγκοσμίου Συμβουλίου των εκκλησιών». Παράβαλε, Π.Σ.Ε. = Παγκόσμιο Συναπάντημα του Εωσφόρου!

Δεν θέλω να σε βλέπω να πέφτεις και συ θύμα του βλασφήμου του αντιδογματικού, αιρετικού αυτού πληθυντικού: «των Εκκλησιών» που καθιστά «πολυ-σώματο» τον Ιησού Χριστό μας. Θέλω να σε χαίρομαι να ομολογείς τον Ενα, Αποκλειστικό Κύριο, την Μία, Μοναδική Εκκλησία, την Μία, Ανόθευτη Αλήθεια, το Ενα και Αποκλειστικό Βάπτισμα Σωτηρίας.

Δεν θέλω να μας «τσουβαλιάζεις» και να μας ρίχνεις για «καθολικό βράσιμο» στην κατσαρόλα της αχόνευτης χοάνης του θρησκευτικού συγκρητισμού.

Δεν θέλω να σε ακούω να κάνεις περίτρανες, δημόσιες ομολογίες πως έχουμε τον ίδο Θεό με τα άλλα δόγματα, τις μονοθεϊστικές θρησκείες, το Ιουδαϊσμό, τον Μωαμεθανισμό, των οποίων Εθνών τα είδωλα-σεβάσματα είναι κατά την Θεόπνευστη Αγία Γραφή, δαιμόνια! Δεν πιστεύουν στην Αγία Τριάδα και κατά τον Ευαγγελιστή μας Ιωάννη: «Θεόν ουκ έχουσι», ούτε τον Πατέρα έχουν, ούτε τον Υιό, είναι λοιπόν κυριολεκτικώς ΑΘΕΟΙ.

Δεν θέλω να μας εξομοιώνεις με τις Ιουδαϊκές «Συναγωγές του Σατανά» και τα Εβραϊκά τα Λόμπυ. Δεν μισούμε τους ανθρώπους. Αυτοί οι ίδιοι απέρριψαν τον Λυτρωτή μας Ιησού σαν Θεό τους. Απαρνήθηκαν και σταύρωσαν τον Σωτήρα μας και τώρα με τον Διεθνή Σιωνισμό και τον Μασονισμό επιδιώκουν, μέσω της Νέας Τάξεως Πραγμάτων την εγκαθίδρυση του αναμενόμενου Μεσσία τους, τον Αντίχριστο.

Θέλω να σε δω να κάνεις Νέα Σύνοδο και να καταδικάσεις επισήμως τον Τεκτονισμό και να απειλήσεις με αφορισμό, όσους Ορθοδόξους είναι μέλη κάποιας Στοάς και συμμετέχουν στα τεκτονικά μυστήρια και βαθμίδες και όχι να βλέπω, να στρογγυλοκάθεται ο οποιοσδήποτε Χρήστος Μανέας η άλλος Αρχιμασώνος να απαγγέλει υπερήφανα και προκλητικά το «Σύμβολο της Πίστεως» από την φρικτή θέση του Αγίου Ορθοδόξου Αμβωνα…

Οικουμενικέ μου πατέρα, δεν σε άκουσα ποτέ να αποκυρήσσεις παγκοσμίως τον Διεθνή Σιωνισμό, να καταδικάζεις και να αφορίζεις με Σύνοδο «Υπερτελή» την Μασονία, σαν επίσημη θρησκεία της Νέας Εποχής του Σατανά, του δήθεν «Μεγάλου Αρχιτέκτονα του Σύμπαντος». Αυτοί πιστέυουν μόνο «στην έμφυτη ανθρώπινη ηθική» η οποία τελειοποιείται μέσω της μυήσεως των μελών τους και ομολογούν αντορθοδόξως και βλασφήμως πως «τα τεκτονικά μυστήρια θεωρούνται απολύτως επαρκή για την τελειοποίηση και θέωση του ανθρώπου»… καθιστώντας τα μυστήρια της Εκκλησίας του Χριστού άχρηστα. Κλειδώνονται στις σκοτεινές τους Στοές, αυτοίοι μασκαράδες με ποδιές και άντε να σώσουν τον κόσμο. Επιχειρούν παραπλησίως να υποτάξουν την Εκκλησία με υπέρμετρες δωρεεές και υπέρογκες ευεργεσίες.

Ομως, δεν τους ξεσκεπάζεις. Γιατί, πατέρα μου, τους φοβάσαι; «Τις δε συμφώνησις Πατριάρχη μετά Βελίαλ»; Από που και πως μπορούν αυτοί να σε δεσμεύουν; Γνωρίζεις πολύ καλά, Οικουμενικέ μου πατέρα, πως όλα αυτά δεν είναι ανούσιες εσχατολογίες και στείρες συνομωσιολογίες. Είναι αλήθειες καταγραμμένες στην Αγία Γραφή, που με την γνησιότητα της υπογραφής σου επικυρώνεις. Αλήθειες που τάχτηκες να υπηρετείς και να ομολογείς στην Οικουμένη.

Δεν σε είδα να ασκείς ιδιαίτερη, μακρόχρονη και εντατική πίεση στους «Πλανητάρχες» να ελευθερώσουν την Κύπρο μας, για την οποία δεν έκανε ποτέ, τίποτε ο κάθε Πάπας, ούτε βοήθησε να αποτραπεί η βάρβαρη εκείνη εισβολή, ούτε ποτέ διέταξε να αποτρέψουν τους απαγχονισμούς των νέων, αγνών και ηρωϊκών αγωνιστών της ΕΟΚΑ.

Οσο για το Παγκόσμιο Περιβάλλον, για το οποίο τόσο πολύ εναγωνίως, υπερβολικώς και μακροχρονίως ασχολείσαι, θέλω να σου υπενθυμίσω πως υπεράνω του κοσμικού, φυσικού και φθαρτού Περιβάλλοντος, του οποίου οι «ουρανοί απωλούνται», διαμένει εις τον αιώνα το Περιβάλλον του Χριστού, της Εκκλησίας και της πνευματικής σου οικογενείας, το οποίο έχει την περισσότερη και ασυγκρίτως ανώτερη αξία. Και έρχομαι τώρα σε ένα οικογενειακό μας θέμα.

Οικουμενικέ μου πατέρα, συγχώρεσέ με, μα θέλω κυρίως να σου μιλήσω για μια μεγάλη σου αδικία, που θέτει πλέον σε κίνδυνο την ίδια σου την αιώνια ψυχή και σωτηρία, διότι «άδικοι βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι». Πρωτίστως ομολογώ πως εύχομαι να είμαι ανάθεμα εγώ χάριν του οικουμενικού μου πατέρα!

Στις 14 Δεκεμβρίου 1993 η λεγομένη «Μείζων και Υπερτελής» Σύνοδος του Φαναρίου, (δηλαδή όχι μόνο τέλεια, -τέλειος είναι μόνον ο Θεός- αλλά «υπέρ-τέλεια», υπεράνω κάθε τελειότητος και υποψίας), υπό την δική σου δυστυχώς επαίσχυντη προεδρία, αφώρισε τον έγκριτο θεολόγο και δεινό ιεροκήρυκα κ. Νικόλαο Σωτηρόπουλο.

Τόσα χρόνια, τόσοι και τόσοι βλάσφημοι, ασεβεστάτοι υβριστές του Θεού, διάφοροι εκκλησιομάχοι, εμπαίχτες και μέγιστοι αντίχριστοι δεν αφωρίσθηκαν, όπως ο αισχρότατος και βλασφημότατος Καζαντζάκης και Ανδρουλάκης, οι χυδαιότεροι υβριστές του Θεανθρώπου μας Ιησού. Αφορίστηκε όμως ο Νικόλαος Σωτηρόπουλος. Γνωρίζεις πολύ καλά, και δεν χρειάζεται να σου το υποσημειώσω, πως ο αφορισμός αυτού του πασίγνωστου ανά τον κόσμο Θεολόγου, είναι τελείως ανυπόστατος, άδικος και αυτομάτως άκυρος…

Απορώ, πατέρα μου, πως επέτρεψες εσύ να καταγραφεί στην ιστορία της Πατριαρχικής σου Αρχιερατείας, μια τόσο ανεπίτρεπτη, προσβλητική και υποβιβαστική για το πρόσωπό σου, κατά πάντα εμπαθή λαθροπραξία; Και μάλιστα για ένα τόσο σοβαρότατο θέμα, την αιώνια καταδίκη και τον υποτιθέμενο κολασμό ενός πραγματικώς αθώου, αδόλου και αξιοσεβάστου εργάτου του Ευαγγελίου;

Πως συμβιβάστηκες, πατέρα μου, και ενεπλέχτηκες σε μία τόσο ύπουλη και δολία δίωξη χωρίς να τηρηθούν, με απόλυτη ακρίβεια και φόβο ψυχής, οι απαράβατες προκαταρκτικές διαδικασίες; Πως, εσύ, τηρητής ακριβέστατος του Τυπικού, προέβης σε μία τόσο ύπουλη παρατυπία, χωρίς καν να υπάρχει θέμα «Σωτηροπούλου» στην ημερησία ατελή διάταξη της «Υπερτελείας» σου Συνόδου;

Πως ευλόγησες να αφοριστεί διά της πνευματικής αγχόνης μια εξέχουσα ψυχή που από μικρό παιδί εργάζεται τιμίως και αφιλοκερδώς υπέρ της διαδόσεως του Αγίου Ευαγγελίου ανά την Οικουμένη; Μια ψυχή που αγαπά τον Κύριό μας, υπερασπίζεται με τεράστια δύναμη ψυχής την Φιλτάτη Ορθοδοξία και ως θανάτου αγωνίζεται για την Αλήθεια; Μία ψυχή που έχει συντελέσει να επιστρέψουν αναρίθμητα πλανεμένα πρόβατα από το αχόρταγο στόμα του δράκοντα διαβόλου πίσω στην Πανορθόδοξη Ποίμνη που εσύ Οικουμενικώς υπηρετείς και ευλογείς;

Πως καταδέχτηκες να αφοριστεί ο Νικόλαος Σωτηρόπουλος χωρίς καν να του δοθεί το πανανθρώπινο και αναφαίρετο δικαίωμα της απολογίας; Εδώ στην Αυστραλία, οι χειρότεροι κακούργοι, μαζικοί δολοφόνοι και παιδεραστές, απολαμβάνουν αυθυπάρκτως αυτό το δικαίωμα! Εσύ, πατέρα μου, πως του στέρησες αυτό το δικαίωμα, έχοντας αδιάβρωτο το αίσθημα της δικαιοσύνης;

Δεν φοβήθηκες την προειδοποίηση του Αγίου σου προκατόχου Ιωάννου του Χρυσοστόμου,που ενώ ο ίδιος αδίκως αφορίστηκε και εξορίστηκε, δογμάτισε πως «οι άδικοι αφορισμοί επιστρέφουν στα κεφάλια αυτών που τους επέβαλαν;» Και ποιό ακριβώς ήταν το έγκλημά του; Και πως δέχτηκες να προβείς σε ένα τέτοιο γελοίο, κωμικο-τραγικό αφορισμό χωρίς τον επιβαλόμενο καταλογισμό συγκεκριμμένης και αποδεδειγμένης κατηγορίας;

Τι και ποιός υποκίνησε την υπερτελή σου Ομάδα, σε μία ένοχη, διπλωματική κινητοποίηση, χωρίς την αυστηρώς απαραίτητη κοινοποίησι στον ίδιο τον καταδικαζόμενο, αυτής της δειλής και δολίας αποφάσεως και το κείμενο του σχετικού αυτού προδοτικού πρακτικού;

Και πως προέβης πάλι σε ένα τόσο ταπεινωτικό για το ύψος σου ολίσθημα, χωρίς καν να υπολογίσεις, χωρίς καν να αποδώσεις την οφειλόμενη τιμή και να ενημερώσεις τον οικείο Επίσκοπο και πρώην Μητροπολίτη Φλωρίνης Αυγουστίνο, όπως ακριβώς επιβάλουν οι Ιεροί Κανόνες;

Γιατί φάνηκε ικανός και ωφέλιμος, υπολογίσημος και επιστρατεύσημος για τα συμφέροντα του Πατριαρχείου και της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, ο πρώην Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος, όταν τέθηκε οικονομικό θέμα του Νόμου Τρίτση για την Εκκλησιαστική περιουσία, αλλά όταν πρόκειται να διαπομπεύσουμε δημοσίως και να εκτελέσουμε δίχως οίκτο ένα εξέχον πνευματικό του τέκνο, περιφρονούμε την Μητροπολιτική του περιφέρεια και εξουσία, παραβλέποντας τα Εκκλησιαστικά του όρια;

Εσύ ο Αρμόδιος ανά την Οικουμένη Πατέρας, πως εναρμονίστηκες παρανόμως σε μία τελείως αναρμόδια Σύνοδο, εφ’ όσον ο κ. Σωτηρόπουλος ανήκει στην Εκκλησία της Ελλάδος και αυτή και μόνον αυτή, είναι η Νομο-κανονικώς κατοχυρωμένη αρμοδία να τον καταδικάσει; Γιατί λοιπόν δεν παραπέμφθηκε η υπόθεσή του στην Εκκλησία της Ελλάδος; Πως τότε μιλούμε για «εισπήδηση ορίων» εξ’ άλλοτρίων Πατριαρχείων και υπερβάσεις ανεξρατήτων, σχισματικών ομάδων, την ώρα που εμείς οι ίδιοι τελούμε τα χειρότερα;

Που είναι οι άλλοι αδελφοί Μητροπολίτες και Αρχιεπισκόποι; Γιατί παραμένουν σιωπηλοί και αφανείς, πίσω από τα δεσποτικά τους Εδρανα; Γιατί φάνηκε ωφέλιμος και επιστρατεύσημος ο Νικόλαος Σωτηρόπουλος για πολούς Επισκόπους ανά τον Κόσμο, για έντονο και σφοδρό αντιαιρετικό αγώνα με υψηλά στελέχη Χιλιαστών και Πεντηκοστιανών, και τώρα σιωπούν και ντρέπονται να μιλήσουν; Τι παράδειγμα μας δίνουν οι υπόλοιποι Μητροπολίτες και σφαγιάζονται αλύπητα μεταξύ τους για τις κενές, χηρεύουσες θέσεις και δεν τις παραχωρούν δικαιωματικώς στους αδίκως εκθρονισθέντες αδελφούς; (όσοι επέζησαν φυσικώς…) Γιατί προτιμούν την ένοχη σιωπή του Κάϊν και αρνούνται την δυναμική οδό του Προδρομικού «ουκ έξεστί σοι»; Ο Κανονικός Μητροπολίτης Αττικής Νικόδημος με ψυχική δύννη αναμένει ακόμη απονομή δικαιοσύνης και μαρτυρικώς υπομένει τον σταυρό της άδικης εκθρονίσεώς του…

Πατέρα μου, και για αυτό το θέμα αδιαφορείς; Εως πότε; Κουραστήκαμε το θέατρο του παραλογισμού. Αλήθεια, πατέρα μου, για ποιά Εκκλησιαστική δικαιοσύνη μιλούμε; – Μα, δικαίως θα αναρωτηθείς: «Εσύ τέκνον μου, πως και δεν μίλησες τόσα χρόνια μέχρι τώρα;» «Τοις ηγουμένοις μου ρήμασι πειθόμενος» σιωπούσα εκουσίως. Ας μου καταλογίσει ο Θεός και ας μου συγχωρέσει τώρα αυτήν την τυπικώς «ανευλόγητη» πλέον επιλογή εις το «πειθαρχείν Θεόν μάλλον η ανθρώποις», σε θέματα πίστεως και ευσυνειδησίας…

Δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια μέχρι σήμερα και όμως, όλως περιέργως, το άδικο αυτό επιτίμιο δυστυχώς παραμένει. Εσύ όμως, για ποιό λόγο κωφεύεις, οικουμενικέ μου πατέρα; Θα μου πείς πάλι πως απαιτείς από τον κ. Σωτηρόπουλο δήλωση μετανοίας και αίτηση συγγνώμης. Για ποιό ακριβώς πράγμα όμως να σου ζητήσει συγγνώμη; Τι σου έκανε; Που σε έβλαψε;

Ο ίδιος ο κ. Σωτηρόπουλος, αρνείται με ιερή αγανάκτηση την παράλογή σου απαίτηση της συγνώμης. Το θεωρεί εξωφρενική προδοσία της Πίστεως και της ίδιας του της συνειδήσεως. Σε ρωτά ο ίδιος ταπεινώς και επαναληπτικώς, τι διέπραξε ακριβώς και τι τον καθιστά άξιον του αφορισμού σου;

Μήπως όμως υπονοείς, χωρίς ευθαρσώς να το δηλώνεις, πως θέλεις να μετανοήσει και να ζητήσει συγγνώμη διότι υπεράσπισε το κατά πάντα αναμάρτητο Πρόσωπο του Χριστού μας και ήλεγξε σφοδρώς και δημοσίως τον Αρχιεπίσκοπό μας Στυλιανό για μεγάλη αίρεσι και φρικτή βλασφημία κατά του Προσώπου του Χριστού μας;

Συγκεκριμένα, στην επίμαχη εγκύκλιό του, τα Χριστούγεννα του 1988, η οποία διαβάστηκε από τους ιερείς σε όλους σχεδόν τους Ναούς της Αρχιεπισκοπής μας και δημοσιεύθηκε στην «ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» (τεύχος Δεκεμβρίου 1988), εκεί κήρυξε, ότι ο Χριστός δεν ήταν αναμάρτητος εξ άκρας συλλήψεως, όπως ακριβώς μας παρέδωσαν οι Αγιοι Πατέρες, ούτε κατέβηκε από τον ουρανό Αναμάρτητος αλλά «κατέκτησε» την αναμαρτησία σταδιακώς, βήμα προς βήμα, «με οδύνη» (ίσως υπονοεί την οδύνη της ηδονής) κατόπιν (αδικαιολογήτου, ανυπάρκτου και παντελώς αντιδογματικού) «αγώνος και πάλης» μεταξύ των δύο φύσεων και των δύο θελήσεών του και έπειτα «κατέκτησε» την αναμαρτησία και αναδείχθηκε ηθικώς θριαμβευτής… Αυτές μάλιστα οι δηλώσεις επέχουν θέση ανταποκρίσεως της επίκαιρης τότε ταινίας.

Παραθέτω τα λόγια του με ακρίβεια:  «Όποιος νομίζει ότι η ανθρωπίνη φύση του Χριστού έπεσε από τον ουρανό τέλεια και αναμάρτητη σαν μετέωρο μαγικού αιφνιδιασμού, δηλαδή μηχανικά και ανώδυνα – όπως περίπου παρουσιαζόταν ο από μηχανής Θεός των Αρχαίων – αυτός δεν θ καταλάβει ποτέ τον βαθμό της κενώσεως πού καταδέχθηκε ο Θεός Λόγος» και «Η αναμαρτησία του Κυρίου έπρεπε να βιωθεί κατά τον πιο υπαρξιακό τρόπο από τους πιστούς, ως ηθική νίκη του Θεανθρώπου που κατακτήθηκε βήμα προς βήμα μέσα από τον αγώνα και την πάλη των δύο φύσεων και δύο θελήσεων».

Απορώ τι είδους «αγώνα» είχε να κάνει ο Χριστός μας με την αμαρτία και για ποιά ακριβώς «πάλη» αποτολμεί να επισυνάψει ο Αρχιεπίσκοπός μας στο Πρόσωπο του Χριστού μας, ο Οποίος προκάλεσε τους πάντες με την αυστηρή, διαχρονική, απειλητική Του ερώτηση: «Τις ελέγξει Με περί αμαρτίας;»

Και πως τολμά ένας εκπρόσωπός Του επί γης, να δηλώνει δημοσίως (όπως και ηχογραφήθηκε ραδιοτηλεοπτικώς) πως του έκανε «έντονη εντύπωση» και του ήρεσε πολύ μία αισχρή και όντως βλάσφημη ταινία που δείχνει το Χριστό ως μέθυσο, πόρνο, φιλήδονο με παράνομες δήθεν ερωτικές σχέσεις με την Μαρία την Μαγδαληνή, και ακόμη την ώρα της φρικτής, Σταυρικής Του θυσίας, «φρίξον ήλιε, στέναξον γη», να εκφράζει ερωτική έλξη;

Μήπως όμως πρέπει να μετανοήσει και να ζητήσει δημοσίως συγγνώμη, ο κύριος και πραγματικός υπαίτιος αυτού του αφορισμού, (ενώ ο Εκκλησιαστικός κόσμος το ‘χει τύμπανο, εμείς κρυφό καμάρι…) ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπός μας; Αν και σήμερα πιστεύω, «δεν θα του περνούσε» τέτοια χάρι να του κάνεις, Οικουμενικέ μου πατέρα, ύστερα από τις σφοδρές και κατά πρόσωπον δημόσιες βολές και προσβολές που σου επέρριψε ο Αρχιεπίσκοπός μας…

Μη σε παραξενεύει η πρόσθεση: «μας». Τον σέβομαι, τον αγαπώ και τον αναγνωρίζω ως Ποιμενάρχη μας. Κάτω από την δική του ευλογία επιτελώ κηρύγματα σε Ναούς και ομιλώ σε συνάξεις Νεολαίας. Δεν επιχειρώ καμία άσοφη ηρωοποίησή μου, ούτε πάλι πέφτει ο Αρχιεπίσκοπός μας, θύμα της μωρίας και της ξεπερασμένης τακτικής να μου απαγορέψει τον λόγο η να με θέσει σε «ακοινωνησία», όπως θα επιθυμούσαν κάποιοι προσκείμενοί του, επιρρεπείς στα απανωτά εγκώμια και προσκολλημένοι στις παρατεταμμένες άνοστες φιλοφρονήσεις. Ο Αρχιεπίσκοπός μας Στυλιανός γνωρίζει τις διαθέσεις μου. Ας μου επιτρέψει το «θεολογούμενο».

Τον ασπάζομαι αλλά αρνούμαι να δεχτώ τα όσα αντορθόδοξα υπέγραψε στην επαίσχυντη συμφωνία Μπαλαμάντ το 1993 όπου ασπάζεται και προωθείται ο επάρατος πανθρσηκειακός συγκρητισμός ο οποίος εκφράζεται κυρίως με τη «θεωρία των κλάδων» και την ψευτο-θεωρία των «αδελφών εκκλησιών».

Επιθυμούσα και εσύ, Οικουμενικέ μου πατέρα, να καταδικάσεις επισήμως αυτές τις αιρετικές θεωρίες των χιλιο-πιπιλισμένων «αδελφών εκκλησιών» που δέχονται (εκτός εάν το δέχεσαι και εσύ) ότι εμείς Ορθόδοξοι είμαστε αδελφές Εκκλησίες με τους Παπικούς με την πλήρη έννοια του όρου, παρά τις τεράστιες και απολύτως αδιαπραγμάτευετες δογματικές διαφορές μας, οι οποίες εξακολουθούν να υφίστανται, αλλά περιτέχνως παραβλέπονται και αποσιωπούνται. Ως «αδελφές Εκκλησίες», λέει, είμαστε «υπεύθυνοι από κοινού διά την διατήρησιν της μοναδικής Εκκλησίας του Θεού..».

Η όχι απλώς εσφαλμένη αλλά αποκηρυγμένη αυτή θεολογία, μαζί με τις υπόλοιπες παρεμφερείς αιρεσιάζουσες, αθεολόγητες «θεολογίες» όπως η «Βαπτισματική θεολογία», η θεολογία του «Πολιτισμικού Πλουραλισμού», της «Διευρυμένης Εκκλησίας» και της «Κοινής Διακονίας», οδηγούν σε μία ύποπτη από κοινού αναγνώριση της συνολικής Αποστολικής Διαδοχής, της ιερωσύνης και των μυστηρίων, που όλα βράζουν και κοχλάζουν στο κοινό κολάσιμο καζάνι της Παναιρέσεως του Οικουμενισμού.

Δεν ασπάζομαι λοιπόν τέτοια ολέθρια ανατροπή της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας μας από τον Αρχιεπίσκοπό μας Στυλιανό. Ισως να μετανόησε για εκείνη την ανάρμοστη στο ύψος του εκπροσώπιση αλλά παρ’ όλον που παραιτήθηκε πλέον από αυτήν την ανόσια και ανούσια Προεδρία, δεν είδα δημόσια αναίρεση των όσων είχε υπογράψει. Τον σέβομαι αληθώς αλλά απορρίπτω κατηγορηματικώς τα γραφόμενά του περί της εξελίξεως, της αποκτήσεως και κατακτήσεως της αναμαρτησίας του Χριστού μας. Το έχω εκφράσει και προσωπικώς στον ίδιο, μετά ασπασμού, ειλικρινείας και παρρησίας, όταν σε ομιλία του μέσα στο Ναό του Αγίου Ευσταθίου της Μελβούρνης, ανέβηκα στο Βήμα και δήλωσα την αμέριστη αγάπη μου στο πρόσωπό του αλλά και την διαμαρτυρία μου για τις αιρετικές του διατυπώσεις.

Ο Ποιμενάρχης μας θέλει να επιμένει πως δεν βλασφήμησε και δεν αποκάλεσε ποτέ τον Χριστό αμαρτωλό. Ισως όχι εκουσίως, μα τα γραφόμενά του όμως, αυτό δηλώνουν. Δεν αναίρεσε ποτέ τις ιδέες του ούτε έδωσε γραπτώς η δημοσίως μια αναγκαία επεξήγηση προς ανασκευή των «εσκεμμένων παρερμηνειών» των λόγων του.

Οταν είχα δείξει μάλιστα την συγκεκριμμένη φυλλάδα του Αρχιεπισκόπου μας στον πολύ σεβαστό Καθηγητή μου, τον κ. Μάρκο Ορφανό, Καθηγητή Πατρολογίας, Πανεπιστημίου Θεολογίας Αθηνών, (ο οποίος μάλιστα έχει πολλές φορές κληθεί να διδάξει και στην Θεολογική Σχολή του Αγίου Ανδρέου της Αρχιεπισκοπής Αυστραλίας στο Σίδνεϋ), αυτός με αρκετή δόση ειρωνείας και αηδιασμού, παρόντος μάρτυρος συνσπουδαστή μου, ανασήκωσε την χαρακτηριστική του τραγιάσκα και αναστέναξε λέγοντας: «Φιλοσοφίζουσες βλακείες!»

Δεν επιχειρώ με αυτά να εμπλέξω τον πολύ αγαπητό Καθηγητή μου, ούτε έχει ο ίδιος τίποτε να φοβηθεί από αφορισμούς Υπερτελείων Συνόδων… Είναι πολλοί, βαρυσύμαντοι και αξιόλογοι εκείνοι που διάβασαν και καταδίκασαν αυτήν την τραγική Εγκύκλιο. Τι να πω και να προσθέσω εγώ ο πτωχός, τιποτένιος και περιφρονητέος;

Ο ίδιος ο κ. Σωτηρόπουλος θεωρεί (και μαζί με αυτόν όλοι όσοι έχουν έντονο το αίσθημα της δικαιοσύνης, όσοι αναγνωρίζουμε τις τεράστιες και σπάνιες Αγιο-Γραφικές του γνώσεις, τις ασύγκριτες μεταφραστηκές του ικανότητες και τις θριαμβευτικές, αντιαιρετικές του επιδόσεις, όσοι δεχόμαστε με δέος το Θεολικό του χάρισμα και αγαπούμε το κήρυγμά του) θεωρούμε τον αφορισμό του μεγάλη τιμή και όχι μομφή, διότι ο ίδιος έχει ακριβώς ήσυχη και καθαρή την συνείδηση του ότι δεν διέπραξε τίποτε άξιο αφορισμού, αλλά υπεράσπισε την Πίστη μας και το Ακατηγόρητο όνομα του Αναμαρτήτου Σωτήρος μας Ιησού Χριστού. Επίσης φρονεί, Οικουμενικέ μου πατέρα, πως έπρεπε εσύ ειδικώς να εκφράσεις την ευαρέσκειά σου προς αυτόν και όχι να προβείς σε αυτή την άδικη και παράλογη καταδίκη του.

Με όλα τα παραπάνω, δεν τολμώ να παρουσιάσω τον εαυτό μου σαν αυτόκλητο «σωτήρα» της Εκκλησίας. Η Εκκλησία μας, η οποία «ου καταποντίζεται εις τον αιώνα», θα σώσει εμένα τον ταλαίπωρο και όχι εγώ αυτήν. Ούτε πάλι δέχομαι την ξεπερασμένη πια, φτηνή και ρυχή ρετσινιά του «ταλιμπάν» της Εκκλησίας. Ας φτήσουν πια έξω από το ιερατικό, οικουμενιστικό τους στόμα, αυτήν την χιλιοπιπιλισμένη καραμέλα. Δεν είμαστε «ταλιμπάν».

Εμείς που υψώνουμε φωνή διαμαρτυρίας, ούτε βία χρώμεθα, ούτε αυτομολούμε, ούτε ομαδικώς αυτοκτονούμε. Ο «μύλος ονικός» κρέμεται στον τράχηλο αυτών που σκανδαλίζουν το μικρό και μεγάλο ποίμνιο με τις αιρετικές τους συνουσίες και τις Λειτουργικές μοιχείες.

Τελειώνοντας, προσθέτω επίσης αυτή μου την επιστολή ως υπογραφή μου στην «Ὁμολογία Πίστεως», χωρίς να θέλω να πυροδοτήσω πάλι την απέχθειά σου προς αυτήν. Σου υπενθυμίζω, επέτρεψέ μου, οικουμενικέ μου πατέρα, την προσωπική παράκληση, προειδοποίηση και πορφητεία του διορατικού Αγίου Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη: «Να μην αλλάξεις όταν ανεβείς στο θρόνο». Και δυστυχώς άλλαξες…

Παρακαλώ τον Θεό να μην σου καταλογίσει το φρικτό «συνέφερε αυτώ ίνα μη γεννηθεί»… Εκλιπαρώ να μην σου πει: «Τω Οικουμενικώ αγγέλω της Πόλεως… οίδα σου τα οικουμενικά έργα… έχω κατά σου…» Ικετεύω τον Θεό να μην κινήσει την Λυχνία της Οικουμενικότητος αλλού… Αντιθέτως, επιθυμώ πολύ, Οικουμενικέ μου πατέρα, να ακούσουμε για σένα από τον Θεό:

«Τοιούτος έπρεπεν ημίν Πατριάρχης, Οσιος, Ακατηγόρητος, Μιμητής των Αγίων Πατέρων, Πρόμαχος της Πίστεως και πολέμιος των αιρετικών, Αρνητής των Παπικών βλασφημιών, ειρηνοποιός, υπεραπιστής των αδικουμένων και αναμορφωτής του Γένους!»

Δεν ταιριάζει να μιλώ και να για την μετάνοια των άλλων, την ώρα που ο ίδιος πρωτίστως μεγίστην χρείαν έχω μετανοίας. Ικετεύω όμως τον Παντοκράτορα Κύριο να με κρατήσει στην Αλήθειά Του, να μην αστοχήσω περί την Πίστην, να μην ναυαγήσω και να μην σκανδαλίσω κανέναν. Προπαντός όμως, να μην επιτρέψει να πέσω σε αίρεση η σχίσμα.

Κλείνοντας, θα ψυθιρίσω εκ βάθους του μικρούς μου στεναγμούς προς τον Αββά Πατέρα, χωρίς φτηνούς εντυπωσιασμούς, με τα άγια λόγια του Αγίου Γέροντος Παϊσίου, έχοντας πλήρη συνείδηση των λεγομένων μου: Ο Θεός να παίρνει χρόνια από μένα και να προσθέτει σε σένα, Οικουμενικέ μου Πατέρα, για να μετανοήσεις για τις οικουμενιστικές σου ενέργειες, να ξανασκεφτείς καλύτερα αυτόν τον άδικο αφορισμό, έστω αυτήν την ύστατη ώρα της δεινής ασθενείας του αδικημένου και αντικανονικώς αφορισμένου μα παντελώς αφορίστου Θεολόγου, Νικολάου Σωτηροπούλου.

Ας γίνει η άρση του αφορισμού συντόμως, προ της κοιμήσεως του αδικημένου, και προ της δικής σου κοιμήσεως, οικουμενικέ μου Πατέρα… Κάλεσέ τον, πείτε τα, βρείτε τα, και κάνε μας τότε έμπρακτο κήρυγμα για την Χριστιανική αγάπη και συγνώμη».

Ζητώ συγνώμη και συγχώρεση από την Πατριαρχική σου δεξιά.

Ο ανάξιος και έσχατος υιός σου,

Νικόλαος Πανταζής

Μελβούρνη Αυστραλίας.

 

 ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ:

 

«Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης»…

Σήμερα το πρωί, ημέρα Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου, 2010, ενώ πήγαμε να εκκλησιαστούμε με την σύζυγό μου την Αγγελική, και το νεογέννητο βρέφος μας, τον Εμμανουήλ, στον Ιερό Ναό Αγίου Μεθοδίου και Κυρίλλου στο Preston της Μελβούρνης, ένας από τους επιτρόπους (όλοι οι Επίτροποι με εκτιμούν και αγαπούν) πριν καν εισέλθουμε να ανάψουμε το κερί μας, έτρεξε να με προυπαντήσει, να με ενημερώσει και να με προετοιμάσει με αγάπη πως, ο τότε υπερήλικος ιερεύς ο π. Μεθόδιος, είχε εντολή από τον Αρχιεπίσκοπο, να με διώξει έξω από το Ναό της Ενορίας μας που τόσα χρόνια διακονούσα.

Παρ’ όλα αυτά, δεν φοβήθηκα, αλλά προσβλήθηκα και πήγα ευθέως μέσα στο ιερό να ιδώ τί είχαν να μου πει. Μου είχε εξηγήσει ο π. Μεθόδιος πως δεν έπρεπε να γράψω αυτό το γράμμα, διότι “εξέθετε τον αξιότιμο Καθηγητή Πανεπιστημίου, εκθέτει μάλιστα ολόκληρο Πατριάρχη και τον Αρχιεπίσκοπο Στυλιανό”, από τον οποίο είχα μάλιστα εντολή να “με πετάξει έξω!” Του εξήγησα πως ο Πατριάρχης δεν είναι απρόσιτος ούτε Πάπας, αν και συμπεριφέρεται έτσι, και πως μπορεί να τον ελέγξει ακόμη και ένας νεοκόρος. Δήλωσα πως δεν έχει δικαίωμα να κάνουν κάτι τέτοιο, να με εκβάλλει εκ του Ναού και ας τολμήσει. Του είπα πως μπορούν να μου απαγορεύσουν να κηρύττω και να ψάλλω, το δέχομαι αδιαμαρτύρητα αλλά όχι και να με πετάξουν έξω από το Ναό, απλά επειδή εξέφρασα μια Νομοκανονική Θεολογική διαφωνία και έκανα χρήση του Κανονικού Δικαιώματος να του Αποστείλω Ανοικτή Επιστολή. Αυτό θα είναι ανεπίτρεπτη βιαιοπραγία εν ώρα Θείας Λειτουργίας και αισχρός Τραμπουκισμός.

Του είπα επίσης πως έπραξα ότι ακριβώς μου έλεγε η συνείδησή μου και ότι ήταν στάση μου για θέματα Πίστεως.

Μου είπε τότε λυπημένος, διότι ήξερε πόσο το αγαπούσε και το προσδοκούσε το εκκλησίασμα, ότι με απαγορεύουν πια να κάνω κήρυγμα και πως δεν με αφήνουν ούτε στο ψαλτήρι να ανεβαίνω. Εξήγησα πως μπορούν να παύσουν από τη θέση του Ιεροψάλτη αλλά όχι και να μου απαγορεύσουν να ανεβώ και στο Ψαλτήρι. Δεν είμαι και κάνας αιρετικός! – Όχι, θ’ ανεβώ και ψαλλώ τω Θεώ μου έως υπάρχω, του είπα και εξήλθα του ιερού.

Θυμήθηκα τότε τα λόγια του Γέροντος π. Αυγουστίνου που μου έιχε πει ως κληρονομιά ακεκτίμητη και ευλογία πνευματική:

“Νίκο, παιδί μου, πρόσεξε, εάν μάθω ότι σαν επέστεψες στην Αυστραλία, βρήκες μια δουλειά, βρήκες μια κοπέλα, νυμφεύθηκες και αγόρασες σπίτι, δεν θα χαρώ. Αν όμως μάθω, μαζί με όλα αυτά, πως διώκεσαι για του Χριστού την Πίστη την Αγία, τότε, ώ τότε, θα πετάει η ψυχή μου στα ουράνια!”

Χαίρομαι που τώρα, με τον έλεγχο τον οποίο ήσκησα ο ανάξιος εναντίον της Παναιρέσεως του Οικουμενισμού, βγήκε η ευχή του Γέροντος αληθινή, την οποία θεωρώ και προφητεία!

Δόξα τω Θεώ!!! Δόξα Σοι, Τριάς Αγία δόξα Σοι!!!

 

Leave a Reply